Η αποτυχημένη ανταπόκριση στην COVID-19 οδηγεί τη Βραζιλία σε ανθρωπιστική καταστροφή

Η αποτυχημένη ανταπόκριση στην COVID-19 οδηγεί τη Βραζιλία σε ανθρωπιστική καταστροφή

Ενώ για περισσότερους από 12 μήνες η Βραζιλία βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της COVID-19, δεν υπάρχει ακόμη αποτελεσματική και συντονισμένη ανταπόκριση του συστήματος δημόσιας υγείας στην επιδημία. 

Diego Baravelli/MSF

Η έλλειψη πολιτικής βούλησης για επαρκή ανταπόκριση στην πανδημία σκοτώνει τους Βραζιλιάνους κατά χιλιάδες. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καλούν επειγόντως τις βραζιλιάνικες αρχές να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα της κρίσης και να θέσουν σε εφαρμογή ένα συνολικό και συντονισμένο πλάνο δράσης για την COVID-19 για την αποφυγή περαιτέρω θανάτων.

Την περασμένη εβδομάδα, οι θάνατοι λόγω COVID-19 στη χώρα, αντιπροσώπευαν το 26,2% των παγκόσμιων θανάτων και οι μολύνσεις το 11%. Στις 8 Απριλίου, και μέσα σε ένα μόνο ο 24ωρο, καταγράφηκαν 4.249 θάνατοι και 86.652 νέες μολύνσεις. Αυτά τα συγκλονιστικά στοιχεία αποτελούν σαφή απόδειξη της αποτυχίας των αρχών να διαχειριστούν την ιατρική και ανθρωπιστική κρίση στη χώρα και να προστατεύσουν τους Βραζιλιάνους, ιδιαίτερα τους πιο ευάλωτους, από τον ιό.

«Τα μέτρα για τη δημόσια υγεία έχουν γίνει πεδίο πολιτικής διαμάχης στη Βραζιλία», λέει ο Δρ Χρήστος Χρήστου, Διεθνής Πρόεδρος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Ως αποτέλεσμα, πολιτικές που στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα συνδέονται με πολιτικές απόψεις και όχι με την ανάγκη να προστατευτούν οι άνθρωποι και οι κοινότητες από την COVID-19».

«Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αρνήθηκε να υιοθετήσει οδηγίες που βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα για την προστασία της δημόσιας υγείας, αφήνοντας το αφοσιωμένο ιατρικό προσωπικό να διαχειρίζεται τα πιο βαριά περιστατικά σε μονάδες εντατικής θεραπείας και να προσπαθεί να εφεύρει λύσεις όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα κρεβάτια», συνεχίζει ο Δρ Χρήστου. «Αυτό οδήγησε τη χώρα σε μια μόνιμη κατάσταση πένθους και το σύστημα υγείας στην κατάρρευση».

«Η ανταπόκριση στην COVID-19 πρέπει να ξεκινήσει από την κοινότητα, όχι από τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας», λέει η Meinie Nicolai, Γενική Διευθύντρια του Βελγικού Τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Όχι μόνο πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμες ιατρικές προμήθειες, όπως οξυγόνο, ηρεμιστικά και ατομικός προστατευτικός εξοπλισμός όπου χρειάζονται, αλλά η χρήση μάσκας, η φυσική απόσταση, τα αυστηρά μέτρα υγιεινής και ο περιορισμός των μη απαραίτητων μετακινήσεων και δραστηριοτήτων πρέπει να προωθηθούν και να εφαρμοστούν στην κοινότητα ανάλογα με την τοπική επιδημιολογική κατάσταση».

«Οι οδηγίες για τη θεραπεία της COVID-19 πρέπει να επικαιροποιηθούν ώστε να αντικατοπτρίζουν τις τελευταίες ιατρικές έρευνες και τα τεστ ταχείας διάγνωσης πρέπει να διατίθενται ευρέως για τη διευκόλυνση τόσο της φροντίδας των ασθενών όσο και του ελέγχου της επιδημίας», λέει η Nicolai.

Την περασμένη εβδομάδα, οι Μονάδες Εντατικής Θεραπείας ήταν πλήρεις σε 21 από τις 27 πρωτεύουσες της χώρας. Σε νοσοκομεία σε όλη τη χώρα υπάρχουν συνεχείς ελλείψεις τόσο οξυγόνου, που απαιτείται για τη θεραπεία ασθενών που είναι σε σοβαρή και κρίσιμη κατάσταση, όσο και ηρεμιστικών που απαιτούνται για τη διασωλήνωση ασθενών. Ως αποτέλεσμα, οι ομάδες μας έχουν δει ασθενείς, οι οποίοι διαφορετικά θα είχαν πιθανότητες επιβίωσης, να μένουν χωρίς κατάλληλη ιατρική φροντίδα. 

«Η καταστροφή που γνώρισαν για πρώτη φορά οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην περιοχή του Αμαζονίου έχει γίνει πραγματικότητα στο μεγαλύτερο τμήμα της Βραζιλίας», λέει ο Pierre Van Heddegem, συντονιστής επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για την COVID -19 στη Βραζιλία. «Η έλλειψη σχεδιασμού και συντονισμού μεταξύ των ομοσπονδιακών αρχών υγείας και των πολιτειακών και δημοτικών ομολόγων τους έχει κρίσιμες συνέπειες».

«Όχι μόνο οι ασθενείς πεθαίνουν χωρίς να έχουν πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, αλλά και το ιατρικό προσωπικό είναι εξαντλημένο και υποφέρει από σοβαρό ψυχολογικό και συναισθηματικό τραύμα λόγω των συνθηκών εργασίας τους», λέει ο Van Heddegem.

Ένας άλλος περιορισμός είναι ότι ενώ υπάρχει έλλειψη ντόπιων επαγγελματιών υγείας δεν επιτρέπεται να εργάζεται στη χώρα αλλοδαπό προσωπικό υγείας, ακόμη και Βραζιλιάνοι με ξένα πτυχία.

Η εξάπλωση της ασθένειας και των θανάτων στη Βραζιλία είναι αποτέλεσμα και της παραπληροφόρησης που επικρατεί σε κοινότητες σε όλη τη χώρα. Οι μάσκες, η φυσική απόσταση και ο περιορισμός των μετακινήσεων και των μη απαραίτητων δραστηριοτήτων, αποφεύγονται και πολιτικοποιούνται. Επιπλέον, η υδροξυχλωροκίνη (ένα φάρμακο κατά της ελονοσίας) και η ιβερμεκτίνη (ένα αντιπαρασιτικό φάρμακο) θεωρούνται από τους πολιτικούς ως πανάκεια στην πανδημία COVID-19 και συνταγογραφούνται από γιατρούς ως προφύλαξη και θεραπεία για COVID-19.

Κάτι επιπλέον ανησυχητικό είναι ότι, στη χώρα όπου εμβολιάστηκαν 92 εκατομμύρια άνθρωποι κατά του H1N1 (γρίπη των χοίρων) σε μόλις τρεις μήνες το 2009, η εκστρατεία εμβολιασμού COVID-19 προχωρά με αργούς ρυθμούς. Μέχρι στιγμής, περίπου το 11% του πληθυσμού έχει λάβει τουλάχιστον μία δόση. Αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια ζωές στη Βραζιλία, και ακόμη και πέρα από τα σύνορά της, κινδυνεύουν από περισσότερες από 90 μεταλλάξεις του ιού που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή, καθώς και από τυχόν νέες μεταλλάξεις που ενδέχεται να εμφανιστούν.

«Οι βραζιλιάνικες αρχές έχουν συμβάλει στην απρόσκοπτη εξάπλωση της COVID-19 τον τελευταίο χρόνο», λέει ο Δρ Χρήστου. «Η άρνησή τους να εφαρμόσουν τεκμηριωμένα μέτρα για τη δημόσια υγεία έχουν οδηγήσει πάρα πολλoύς ανθρώπους σε έναν πρόωρο θάνατο. Η ανταπόκριση για την COVID-19 χρειάζεται ένα επείγουν, επιστημονικό και καλά συντονισμένο πλάνο δράσης ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω θάνατοι και να μην καταστραφεί το κάποτε αξιόπιστο σύστημα υγείας της χώρας».

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ