Βιώσιμες λύσεις για παιδιά και εφήβους που κινδυνεύουν από ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση

Βιώσιμες λύσεις για παιδιά και εφήβους που κινδυνεύουν από ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση

Άφησαν πίσω την παράγκα τους στο Κέιπ Τάουν και περπατούσαν o ένας πίσω από τον άλλο μέσα από τα στενά σοκάκια για να πάνε στο κέντρο υγείας.

Atul Loke

Η εντεκάχρονη Keitu μετέφερε τον μικρό της αδερφό στην πλάτη, καθώς η μητέρα τους ήταν πολύ αδύναμη για να τα καταφέρει. Η Keitu πρόσεχε επίσης και τα άλλα δύο μικρότερα αδέλφια της. Περνούσαν πολύ δύσκολα από τότε που ο πατέρας τους πέθανε από ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση αρκετούς μήνες πριν, και δεν είχαν φάει τίποτα εκτός από χυλό τις τελευταίες τρεις ημέρες.

Η νοσοκόμα που εργαζόταν στο κέντρο υγείας τους είχε παρακαλέσει να έρθουν. Η μητέρα της Keitu είχε επίσης διαγνωστεί με ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση και, καθώς η οικογένεια ανέπνεε τον ίδιο αέρα μέσα στο δωμάτιο που ζούσαν, υπήρχε πιθανότητα τα παιδιά να είχαν κολλήσει. Τα αγόρια – ηλικίας τεσσάρων και έξι ετών – και το μωρό ήταν πολύ μικρά για να καταλάβουν, αλλά η Keitu γνώριζε αρκετά ώστε να φοβάται.

Είχε δει τον πατέρα της να λιώνει για επτά μήνες, παρόλο που έπαιρνε τα φάρμακά του. Το δέρμα του είχε γίνει πορτοκαλί και στο τέλος πια ήταν πολύ αδύναμος για να ανταποκριθεί στα τραγούδια που του έλεγε και τα «σ’ αγαπώ» που του ψιθύριζε καθώς αγωνιζόταν να αναπνεύσει στο λεπτό στρώμα του. Η Keitu ενθάρρυνε τα παιδιά κατά τη διάρκεια της δύσκολης διαδρομής τους: «Να είστε γενναίοι, να είστε γενναίοι, να είστε γενναίοι».

Η Keitu είχε δίκιο να φοβάται. Μισό εκατομμύριο άνθρωποι αρρωσταίνουν με ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση κάθε χρόνο και η ασθένεια είναι συχνά καταστροφική για τις οικογένειες. Όχι μόνο είναι δυνητικά θανατηφόρα, αλλά και το κόστος είναι δυσβάσταχτο για ένα νοικοκυριό. Δυστυχώς, η παρούσα παγκόσμια προσέγγιση στην ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση δεν βοηθά πολύ τις οικογένειες που έχουν αρρώστους.

Παρόλο που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συνιστά να αξιολογούνται όσο το δυνατόν γρηγορότερα όλες οι επαφές των μελών μιας οικογένειας μόλις κάποιος διαγνωστεί με την ασθένεια, επειδή τα σχετικά προγράμματα δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, συνήθως αυτό που συμβαίνει είναι να κάνουν λίστες με τις επαφές που μπορεί να έχουν εκτεθεί.

Οι ξεπερασμένες και αναποτελεσματικές μέθοδοι εξέτασης για ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση έχουν ως αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι που είναι άρρωστοι να μένουν χωρίς διάγνωση. Αυτό το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα παιδιά καθώς πολλά δεν μπορούν να παράγουν τα πτύελα που απαιτούνται για τη διάγνωση. Αντ ‘αυτού, τα παιδιά πρέπει να υποβληθούν σε γαστρική πλύση, μια παρεμβατική και επώδυνη διαδικασία κατά την οποία ένας μακρύς σωλήνας τοποθετείται από τη μύτη ενός παιδιού στο στομάχι του για να αφαιρέσει τυχόν πτύελα που μπορεί να έχει καταπιεί, ώστε να επιβεβαιώσει εάν έχει φυματίωση.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, σε πολύ λίγες επαφές των νοικοκυριών προσφέρονται προληπτικές θεραπείες μετά την έκθεση, παρόλο που αυτό συνιστάται από την ΠΟΥ και μειώνει κατά 90% τον κίνδυνο εμφάνισης ανθεκτικής στα φάρμακα φυματίωση. Εάν διαγνωσθεί ένα παιδί με την ασθένεια, παραμένει συνήθως για μήνες σε νοσοκομείο, μακριά από την οικογένειά του, με αποτέλεσμα να διαταράσσονται οι οικογενειακοί δεσμοί και να διακόπτονται οι τακτικές σχολικές και κοινωνικές δραστηριότητες.

Σε πολλά μέρη, τα παιδιά δεν είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση στα πιο αποτελεσματικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων νεότερων φαρμάκων όπως η βεδακιλίνη και η δελαμανίδη, επειδή δεν συμπεριλήφθηκαν σε μελέτες αυτών των σωτήριων θεραπειών. Αντ ‘αυτού, τους χορηγούνται παλιά, συχνά τοξικά, φάρμακα, τα οποία διατίθενται ως δισκία για ενήλικες, τα οποία πρέπει να κοπούν, να συνθλιβούν και να αναμιχθούν πριν να δοθούν σε παιδιά. Στις χειρότερες περιπτώσεις, τα παιδιά εξακολουθούν να λαμβάνουν μία καθημερινή ένεση, παρόλο που υπάρχουν πιο αποτελεσματικές επιλογές διά στόματος. Αυτές οι ενέσεις δεν είναι μόνο εξαιρετικά επώδυνες, αλλά θέτουν επίσης σε κίνδυνο την ακοή τους, μια καταστροφική επιπλοκή για ένα παιδί που βρίσκεται στην ανάπτυξη.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αντιμετωπίζουν αυτά τα οικογενειακά ζητήματα στις δράσεις τους στη Νότια Αφρική και την Ινδία. Μέσω των «μετά την έκθεση πρωτοκόλλων», αναζητούν άτομα που ενδέχεται να έχουν προσβληθεί από φυματίωση και εξετάζουν όλα τα παιδιά και τους εφήβους σε ένα σπίτι όπου κάποιος έχει πρόσφατα διαγνωστεί. Δοκιμάζουν τη χρήση δειγμάτων κοπράνων, αντί γαστρικής πλύσης, για να ελέγξουν εάν τα παιδιά έχουν φυματίωση τόσο στο νοσοκομείο όσο και στην κοινότητα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν πάντοτε δωρεάν θεραπεία και αντιμετωπίζουν τις κοινωνικοοικονομικές ανάγκες των οικογενειών που φροντίζουν παρέχοντάς τους υποστήριξη στις μετακινήσεις και πακέτα τροφίμων και συνεργαζόμενοι με άλλους οργανισμούς για την αντιμετώπιση άλλων κοινωνικών αναγκών.

Σε ένα πρόγραμμα στη Νότια Αφρική, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα χορηγούν σε παιδιά και εφήβους, που έχουν εκτεθεί σε ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση, αλλά δεν έχουν ακόμη ασθενήσει, προληπτικές θεραπείες για να μειώσουν δραματικά τις πιθανότητες εμφάνισης της ασθένειας. Αναζητώντας ενεργά την ασθένεια σε παιδιά που έχουν εκτεθεί, τα εντοπίζουμε αρκετά νωρίς, ώστε να μπορούμε να τα περιθάλψουμε τα περισσότερα από αυτά στο περιβάλλον της κοινότητας.

Στη Νότια Αφρική, όλα τα παιδιά λαμβάνουν μη ενέσιμες θεραπείες και τόσο στη Νότια Αφρική όσο και στην Ινδία, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα χρησιμοποιούν παιδικές φόρμουλες  για ορισμένα από τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα φάρμακα. Έχουμε επίσης διασφαλίσει ότι τα παιδιά στα μέρη όπου εργαζόμαστε έχουν πρόσβαση σε νέα, πολύ αποτελεσματικά φάρμακα για τη φυματίωση, όπως η βεδακιλίνη και η δελαμανίδη, και ότι μπορούν να θεραπευτούν με συντομότερα σχήματα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα τους παρέχουν επίσης διατροφική υποστήριξη και έχουν αναπτύξει συμβουλευτικά προγράμματα φιλικά προς την οικογένεια για να διασφαλίσουν ότι υποστηρίζεται η ψυχική τους ευημερία κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Στη Βομβάη της Ινδίας, από τον Ιανουάριο του 2016 έως τα μέσα Μαρτίου 2021, η ομάδα μας ξεκίνησε τη θεραπεία 69 ασθενών κάτω των 18 ετών. Και στα προγράμματα σε Khayeltisha και Eshowe στη Νότια Αφρική, μεταξύ 2013 και μέσα Μαρτίου, σχεδόν 100 παιδιά και έφηβοι έλαβαν θεραπεία από το στόμα με νεότερα φάρμακα.

Ευτυχώς για την Keitu, διαπίστωσαν στην κλινική ότι εκείνη, το μωρό και ο εξάχρονος αδερφός της είναι καλά και ξεκίνησαν προληπτική θεραπεία. Ο τετράχρονος αδερφός της είχε χάσει βάρος και η ακτινογραφία στο στήθος του δεν ήταν καλή. Ξεκίνησε θεραπεία όταν μετά τη συλλογή δείγματος κοπράνων επιβεβαιώθηκε η ασθένεια. Λάμβανε μια αγωγή από το στόμα, με διασπειρόμενα δισκία, τα οποία η μητέρα του του έδινε κάθε μέρα μαζί με γιαούρτι. Παρά τις δυσκολίες, η οικογένεια άρχισε να θεραπεύεται και η ελπίδα επέστρεψε στο σπίτι τους.

Ενώ η δράση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχει ωφελήσει εκατοντάδες παιδιά και οικογένειες, υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες που χρειάζονται τέτοιες καινοτόμες προσεγγίσεις. Η Keitu και η οικογένειά της αντιμετώπισαν μία μεγάλη πρόκληση, όπως και χιλιάδες οικογένειες που βρίσκονται αντιμέτωπες με την ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση. Η δέσμευση  των αρμόδιων φορέων και η αύξηση των πόρων είναι απαραίτητα ώστε να ενισχυθούν αυτές οι φιλικές προς τα παιδιά πρωτοβουλίες. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διασφαλίσουμε ότι οικογένειες όπως της Keitu θα αντιμετωπίζουν ένα λιγότερο τρομακτικό μέλλον όταν ένας εξ αυτών προσβάλλεται από ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Η αποτυχημένη ανταπόκριση στην COVID-19 οδηγεί τη Βραζιλία σε ανθρωπιστική καταστροφή

Η αποτυχημένη ανταπόκριση στην COVID-19 οδηγεί τη Βραζιλία σε ανθρωπιστική καταστροφή

Ενώ για περισσότερους από 12 μήνες η Βραζιλία βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της COVID-19, δεν υπάρχει ακόμη αποτελεσματική και συντονισμένη ανταπόκριση του συστήματος δημόσιας υγείας στην επιδημία. 

Diego Baravelli/MSF

Η έλλειψη πολιτικής βούλησης για επαρκή ανταπόκριση στην πανδημία σκοτώνει τους Βραζιλιάνους κατά χιλιάδες. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καλούν επειγόντως τις βραζιλιάνικες αρχές να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα της κρίσης και να θέσουν σε εφαρμογή ένα συνολικό και συντονισμένο πλάνο δράσης για την COVID-19 για την αποφυγή περαιτέρω θανάτων.

Την περασμένη εβδομάδα, οι θάνατοι λόγω COVID-19 στη χώρα, αντιπροσώπευαν το 26,2% των παγκόσμιων θανάτων και οι μολύνσεις το 11%. Στις 8 Απριλίου, και μέσα σε ένα μόνο ο 24ωρο, καταγράφηκαν 4.249 θάνατοι και 86.652 νέες μολύνσεις. Αυτά τα συγκλονιστικά στοιχεία αποτελούν σαφή απόδειξη της αποτυχίας των αρχών να διαχειριστούν την ιατρική και ανθρωπιστική κρίση στη χώρα και να προστατεύσουν τους Βραζιλιάνους, ιδιαίτερα τους πιο ευάλωτους, από τον ιό.

«Τα μέτρα για τη δημόσια υγεία έχουν γίνει πεδίο πολιτικής διαμάχης στη Βραζιλία», λέει ο Δρ Χρήστος Χρήστου, Διεθνής Πρόεδρος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Ως αποτέλεσμα, πολιτικές που στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα συνδέονται με πολιτικές απόψεις και όχι με την ανάγκη να προστατευτούν οι άνθρωποι και οι κοινότητες από την COVID-19».

«Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αρνήθηκε να υιοθετήσει οδηγίες που βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα για την προστασία της δημόσιας υγείας, αφήνοντας το αφοσιωμένο ιατρικό προσωπικό να διαχειρίζεται τα πιο βαριά περιστατικά σε μονάδες εντατικής θεραπείας και να προσπαθεί να εφεύρει λύσεις όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα κρεβάτια», συνεχίζει ο Δρ Χρήστου. «Αυτό οδήγησε τη χώρα σε μια μόνιμη κατάσταση πένθους και το σύστημα υγείας στην κατάρρευση».

«Η ανταπόκριση στην COVID-19 πρέπει να ξεκινήσει από την κοινότητα, όχι από τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας», λέει η Meinie Nicolai, Γενική Διευθύντρια του Βελγικού Τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Όχι μόνο πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμες ιατρικές προμήθειες, όπως οξυγόνο, ηρεμιστικά και ατομικός προστατευτικός εξοπλισμός όπου χρειάζονται, αλλά η χρήση μάσκας, η φυσική απόσταση, τα αυστηρά μέτρα υγιεινής και ο περιορισμός των μη απαραίτητων μετακινήσεων και δραστηριοτήτων πρέπει να προωθηθούν και να εφαρμοστούν στην κοινότητα ανάλογα με την τοπική επιδημιολογική κατάσταση».

«Οι οδηγίες για τη θεραπεία της COVID-19 πρέπει να επικαιροποιηθούν ώστε να αντικατοπτρίζουν τις τελευταίες ιατρικές έρευνες και τα τεστ ταχείας διάγνωσης πρέπει να διατίθενται ευρέως για τη διευκόλυνση τόσο της φροντίδας των ασθενών όσο και του ελέγχου της επιδημίας», λέει η Nicolai.

Την περασμένη εβδομάδα, οι Μονάδες Εντατικής Θεραπείας ήταν πλήρεις σε 21 από τις 27 πρωτεύουσες της χώρας. Σε νοσοκομεία σε όλη τη χώρα υπάρχουν συνεχείς ελλείψεις τόσο οξυγόνου, που απαιτείται για τη θεραπεία ασθενών που είναι σε σοβαρή και κρίσιμη κατάσταση, όσο και ηρεμιστικών που απαιτούνται για τη διασωλήνωση ασθενών. Ως αποτέλεσμα, οι ομάδες μας έχουν δει ασθενείς, οι οποίοι διαφορετικά θα είχαν πιθανότητες επιβίωσης, να μένουν χωρίς κατάλληλη ιατρική φροντίδα. 

«Η καταστροφή που γνώρισαν για πρώτη φορά οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην περιοχή του Αμαζονίου έχει γίνει πραγματικότητα στο μεγαλύτερο τμήμα της Βραζιλίας», λέει ο Pierre Van Heddegem, συντονιστής επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για την COVID -19 στη Βραζιλία. «Η έλλειψη σχεδιασμού και συντονισμού μεταξύ των ομοσπονδιακών αρχών υγείας και των πολιτειακών και δημοτικών ομολόγων τους έχει κρίσιμες συνέπειες».

«Όχι μόνο οι ασθενείς πεθαίνουν χωρίς να έχουν πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, αλλά και το ιατρικό προσωπικό είναι εξαντλημένο και υποφέρει από σοβαρό ψυχολογικό και συναισθηματικό τραύμα λόγω των συνθηκών εργασίας τους», λέει ο Van Heddegem.

Ένας άλλος περιορισμός είναι ότι ενώ υπάρχει έλλειψη ντόπιων επαγγελματιών υγείας δεν επιτρέπεται να εργάζεται στη χώρα αλλοδαπό προσωπικό υγείας, ακόμη και Βραζιλιάνοι με ξένα πτυχία.

Η εξάπλωση της ασθένειας και των θανάτων στη Βραζιλία είναι αποτέλεσμα και της παραπληροφόρησης που επικρατεί σε κοινότητες σε όλη τη χώρα. Οι μάσκες, η φυσική απόσταση και ο περιορισμός των μετακινήσεων και των μη απαραίτητων δραστηριοτήτων, αποφεύγονται και πολιτικοποιούνται. Επιπλέον, η υδροξυχλωροκίνη (ένα φάρμακο κατά της ελονοσίας) και η ιβερμεκτίνη (ένα αντιπαρασιτικό φάρμακο) θεωρούνται από τους πολιτικούς ως πανάκεια στην πανδημία COVID-19 και συνταγογραφούνται από γιατρούς ως προφύλαξη και θεραπεία για COVID-19.

Κάτι επιπλέον ανησυχητικό είναι ότι, στη χώρα όπου εμβολιάστηκαν 92 εκατομμύρια άνθρωποι κατά του H1N1 (γρίπη των χοίρων) σε μόλις τρεις μήνες το 2009, η εκστρατεία εμβολιασμού COVID-19 προχωρά με αργούς ρυθμούς. Μέχρι στιγμής, περίπου το 11% του πληθυσμού έχει λάβει τουλάχιστον μία δόση. Αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια ζωές στη Βραζιλία, και ακόμη και πέρα από τα σύνορά της, κινδυνεύουν από περισσότερες από 90 μεταλλάξεις του ιού που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή, καθώς και από τυχόν νέες μεταλλάξεις που ενδέχεται να εμφανιστούν.

«Οι βραζιλιάνικες αρχές έχουν συμβάλει στην απρόσκοπτη εξάπλωση της COVID-19 τον τελευταίο χρόνο», λέει ο Δρ Χρήστου. «Η άρνησή τους να εφαρμόσουν τεκμηριωμένα μέτρα για τη δημόσια υγεία έχουν οδηγήσει πάρα πολλoύς ανθρώπους σε έναν πρόωρο θάνατο. Η ανταπόκριση για την COVID-19 χρειάζεται ένα επείγουν, επιστημονικό και καλά συντονισμένο πλάνο δράσης ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω θάνατοι και να μην καταστραφεί το κάποτε αξιόπιστο σύστημα υγείας της χώρας».

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Σουδάν: Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καταδικάζουν την επίθεση σε ασθενοφόρο που μετέφερε έγκυο γυναίκα στο νοσοκομείο

Σουδάν: Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καταδικάζουν την επίθεση σε ασθενοφόρο που μετέφερε έγκυο γυναίκα στο νοσοκομείο

Τις πρώτες πρωινές ώρες του Σάββατου 3 Απριλίου, ένα ασθενοφόρο με τα διακριτικά των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, που ταξίδευε από το Rokero στο Νοσοκομείο Al-Fasher στο Σουδάν, δέχτηκε επίθεση.

MSF

Οι επιβάτες, συμπεριλαμβανομένης μιας εγκύου γυναίκας που μεταφερόταν στο νοσοκομείο για επείγουσα θεραπεία, εγκαταλείφθηκαν σε απομακρυσμένη τοποθεσία αφού οι δράστες έκλεψαν τα υπάρχοντά τους.

Και οι τέσσερις επιβάτες – η ασθενής, ο φροντιστής, η μαία και ο οδηγός – είναι τώρα ασφαλείς. Η ασθενής μπόρεσε να λάβει τη θεραπεία που χρειαζόταν μετά την εύρεση της ομάδας και κατάφερε να συνεχίσει το ταξίδι της στο νοσοκομείο.

Η Monica Camacho, υπεύθυνη για τις δράσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ανατολική Αφρική, δήλωσε:

«Καταδικάζουμε αυτήν την επίθεση στην υγειονομική περίθαλψη με τον πιο έντονο τρόπο. Είναι σοκαριστικό ότι κάποιος επιτέθηκε σε ασθενοφόρο που μετέφερε μια έγκυο γυναίκα στο νοσοκομείο για επείγουσα θεραπεία. Ευτυχώς, η ασθενής – μια μέλλουσα μητέρα και το αγέννητο παιδί της – δεν υπέστη ιατρικές συνέπειες ως αποτέλεσμα αυτής της επίθεσης.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουμε τώρα αναγκαστεί να σταματήσουμε όλες τις παραπομπές στο νοσοκομείο Al-Fasher έως ότου μπορέσουμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια των ασθενών και του ιατρικού προσωπικού. Καλούμε όλα τις πλευρές να σεβαστούν την παροχή της απαραίτητης ιατρικής ανθρωπιστικής βοήθειας».

Στο Rokero, μια ορεινή περιοχή του Νταρφούρ που ονομάζεται Jebel Marra, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική περίθαλψη σε ένα νοσοκομείο του Υπουργείου Υγείας. Διαχειριζόμαστε το τμήμα νοσηλείας, τα επείγοντα, το τμήμα μητρικής φροντίδας και την αίθουσα τοκετού. Λειτουργούμε επίσης μια αίθουσα παρακολούθησης όπου οι ασθενείς μπορούν να βρίσκονται υπό ιατρική επίβλεψη και ένα κέντρο θεραπευτικής σίτισης για υποσιτισμένα παιδιά. Οι παραπομπές στο Al-Fasher γίνονται για όσους χρειάζονται πιο εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα από αυτή που παρέχει η συγκεκριμένη δομή.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Ψυχρή αλυσίδα: Το σωτήριο ταξίδι ενός εμβολίου

Ψυχρή αλυσίδα: Το σωτήριο ταξίδι ενός εμβολίου

Πώς μεταφέρονται τα εμβόλια που σώζουν ζωές τα οποία πρέπει να διατηρούνται σε χαμηλές θερμοκρασίες, μέσα από ζούγκλες ή ερήμους, για να φτάσουν σε απομακρυσμένες κοινότητες;

MSF

Κάθε χρόνο, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα εμβολιάζουν εκατομμύρια ανθρώπους για την αντιμετώπιση επιδημιών ιλαράς, μηνιγγίτιδας, διφθερίτιδας, κοκκύτη και κίτρινου πυρετού.

Όμως η μεταφορά και η αποθήκευση των εμβολίων σε μια «ψυχρή αλυσίδα» στην τροπική ζέστη πολλών χωρών στις οποίες εργαζόμαστε είναι μια τεράστια πρόκληση, αλλά και βασικός παράγοντας χαμηλών ποσοστών ανοσοποίησης.

Τι είναι η ψυχρή αλυσίδα;

Σήμερα, σχεδόν όλα τα εμβόλια πρέπει να διατηρούνται σταθερά σε θερμοκρασία 2-8 °C από τη στιγμή που παρασκευάζονται μέχρι να φτάσουν στους παραλήπτες. Η αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου μπορεί να επηρεαστεί εάν, για παράδειγμα, εκτεθεί σε μεταβολές θερμοκρασίας. Η διατήρηση όμως μιας συνεχούς ψυχρής αλυσίδας σε περιοχές με περιορισμένα μέσα όπου η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος είναι αναξιόπιστη, ή ακόμη και ανύπαρκτη, δεν είναι εύκολη.

Η οργάνωση GAVI Alliance, που υποστηρίζει τη διάθεση νέων εμβολίων στις αναπτυσσόμενες χώρες, εκτιμά ότι οι μισές δομές υγείας στις φτωχότερες χώρες δεν έχουν καθόλου ρεύμα, ενώ μόνο το 10% έχουν αξιόπιστη παροχή ρεύματος.

Πώς λειτουργεί η ψυχρή αλυσίδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα;

Τα εμβόλια αποθηκεύονται σε έναν ψυχόμενο χώρο στις μεγάλες αποθήκες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Στη συνέχεια μεταφέρονται με φορτηγό μέσα σε ένα ψυγείο που καλύπτεται με πάγο για το ενδεχόμενο βλάβης. Η αποστολή τους στις χώρες παρέμβασης γίνεται με αεροπλάνο και από εκεί μεταφέρονται σε κάθε χώρα σε ψυχόμενο χώρο στις αποθήκες της οργάνωσης. Για να φτάσουν στα σημεία εμβολιασμού τοποθετούνται σε φορητά ψυγεία, τα οποία μπορεί να μεταφερθούν ακόμη και με μοτοσικλέτες ή και με τα πόδια αν οι δρόμοι είναι απροσπέλαστοι με το αυτοκίνητο, κυρίως λόγω λάσπης.

                                

                               

Οι εκστρατείες μαζικού εμβολιασμού απαιτούν τη μεταφορά εκατοντάδων ή χιλιάδων φιαλιδίων μέσα σε φορητά ψυγεία γεμάτα με παγοκύστες.

Αν οι εκστρατείες εμβολιασμού μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτές τις απαιτήσεις, τα πράγματα θα ήταν αρκετά ευκολότερα για τις ομάδες μας, που συχνά είναι αναγκασμένες να περπατήσουν μεγάλες αποστάσεις μεταφέροντας στα χέρια τα φορητά ψυγεία με τα εμβόλια μέχρι να φτάσουν στις πιο απομακρυσμένες κοινότητες.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συμπληρώνουν φέτος 50 χρόνια διεθνούς δράσης σε εστίες πολέμου, σε χώρες που έχουν υποστεί φυσικές καταστροφές και σε περιοχές που μαστίζονται από επιδημίες. To 2019 οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα εμβολίασαν 1.129.794 ανθρώπους κατά της ιλαράς και 169.199 κατά της μηνιγγίτιδας.

Κάνε τη δωρεά σου και βοήθησέ μας να φτάσουμε σε κάθε γωνιά του πλανήτη που υπάρχει ανάγκη: 







Κάνε μια μηνιαία δωρεά

Θέλω να κάνω δωρεά κάθε μήνα

 

Μπορείς επίσης να γίνεις Σταθερός Υποστηρικτής

► Μέσω πάγιας εντολής στην τράπεζά σου.

Κατέβασε την ειδική φόρμα και στείλε την συμπληρωμένη στο donors@msf.gr για να ενεργοποιηθεί η εντολή σου.



Κάνε μια δωρεά

Θέλω να κάνω μια απλή δωρεά

Μπορείς να κάνεις επίσης μια δωρεά μέσω web banking ή μέσω τράπεζας

Αν έχεις κωδικό υποστηρικτή, σημείωσέ τον στην αιτιολογία της κατάθεσης για να σου στείλουμε την απόδειξη. Αν είσαι νέος υποστηρικτής ή δεν θυμάσαι τον κωδικό σου, συμπλήρωσε αυτή τη φόρμα.

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ: IBAN GR 3601 1008 0000 0008 0480 84795      SWIFT CODE: ETHNGRAA

ALPHA BANK: IBAN GR09 0140 1040 1040 0278 6014 420                  SWIFT CODE: CRBAGRAAXXX

ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: IBAN GR96 0172 0110 0050 1101 3626 464      SWIFT CODE: PIRBGRAA

EUROBANK: IBAN GR50 0260 2150 0004 1010 0065 050                     SWIFT CODE: EFGBGRAA

Εξαργύρωσε πόντους των καρτών Alpha Bank

Μπορείς να πραγματοποιήσεις τη δωρεά σου εξαργυρώνοντας πόντους που έχεις συγκεντρώσει από το Πρόγραμμα Bonus της Alpha Bank με ένα τηλεφώνημα στο 210 326 0000 ή online στο www.alphabonus.gr/philanthropyredemption.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό: Η ιλαρά εξαπλώνεται και σκοτώνει ξανά

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό: Η ιλαρά εξαπλώνεται και σκοτώνει ξανά

Σε έξαρση βρίσκεται και πάλι η ιλαρά στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Η πρόσφατη αύξηση των κρουσμάτων – πάνω από 13.000 από την 1η Ιανουαρίου – ανησυχεί ιδιαίτερα τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα.

Solen Mourlon/MSF

Μεταξύ 2018 και 2020, ξέσπασε η χειρότερη επιδημία ιλαράς που καταγράφηκε ποτέ στη χώρα. Σε μόλις δύο χρόνια, περισσότερα από 460.000 παιδιά προσβλήθηκαν από την ασθένεια και σχεδόν 8.000 πέθαναν. Τα τρία τέταρτα ήταν κάτω των πέντε ετών.

Εκείνη την περίοδο, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ανέπτυξαν ομάδες έκτακτης ανάγκης σε 22 από τις 26 επαρχίες, παρακολουθώντας τις εστίες της επιδημίας, θεραπεύοντας 90.000 ασθενείς και εμβολιάζοντας περισσότερα από 2,3 εκατομμύρια παιδιά. Οι επείγουσες παρεμβάσεις συμπληρώθηκαν με εμβολιασμούς που οργανώθηκαν από τις επίσημες αρχές για εκατομμύρια παιδιά. Οι εμβολιασμοί μείωσαν σημαντικά τον αριθμό των ασθενών, αλλά δεν σταμάτησαν την αλυσίδα μετάδοσης. Παρόλα αυτά, τον Αύγουστο του 2020, ο Υπουργός Υγείας ανακοίνωσε το τέλος της επιδημίας.

Franck Ngonga/MSF

Μια ανησυχητική αύξηση

«Δυστυχώς, από το τέλος του 2020, αρκετές επαρχίες έχουν αρχίσει να καταγράφουν νέες αυξήσεις ασθενών με ιλαρά, ιδίως στις επαρχίες Ubangi», λέει ο Anthony Kergosien, συντονιστής της ομάδας αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. «Έπρεπε να στείλουμε επειγόντως ξανά ομάδες για να βοηθήσουμε στον περιορισμό της εξέλιξης της νόσου και να σώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές».

Τον Δεκέμβριο, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έστειλαν μια ομάδα στη ζώνη υγείας Bogose-Nubea στο Ubangi. Οι ανάγκες που βρήκαν εκεί ήταν τεράστιες. Σε λίγες μόνο εβδομάδες, περιέθαλψαν περίπου 5.000 ασθενείς με ιλαρά – η πλειονότητα των οποίων ήταν παιδιά. Εμβολίασαν 70.000 παιδιά, σταματώντας γρήγορα την εξάπλωση της νόσου. Στη συνέχεια, η ομάδα κατευθύνθηκε σε άλλη επαρχία του Ubangi, όπου η ζώνη υγείας του Bosobolo ήταν επίσης σε κρίσιμη κατάσταση.

«Από τότε που φτάσαμε στο Bosobolo στα μέσα Φεβρουαρίου, βοηθάμε το προσωπικό να φροντίζει τους ασθενείς του σε οκτώ κέντρα υγείας και στο γενικό νοσοκομείο στο οποίο παραπέμπονται οι περίπλοκες περιπτώσεις», εξηγεί ο Faustin Igulu, επικεφαλής του προγράμματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Bosobolo . Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν εκπαιδεύσει τοπικό προσωπικό για τον τρόπο διαχείρισης ασθενών με ιλαρά και εποπτεύουν την παροχή φροντίδας, ιδίως για ασθενείς με σοβαρή ιλαρά.

«Περισσότεροι από 1.200 ασθενείς έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία χάρη στην υποστήριξή μας», προσθέτει. «Η δυναμικότητα του νοσοκομείου ξεπεράστηκε γρήγορα, οπότε αυξήσαμε τον αριθμό των κρεβατιών όπου μπορούσαν να φιλοξενήσουν παιδιά, μερικά από τα οποία βρίσκονταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο ιλαράς και υποσιτισμού».

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ξεκίνησαν επίσης μια εκστρατεία εμβολιασμού για 66.000 παιδιά σε αυτήν την απομονωμένη ζώνη υγείας και η δράση συνεχίζεται με έμφαση σε όσους ζουν σε δυσπρόσιτες περιοχές. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα εκπαίδευσαν επίσης τοπικούς λειτουργούς υγείας στην παρακολούθηση ασθενειών για τη βελτίωση της έγκαιρης ανίχνευσης νέων κρουσμάτων ιλαράς. Ωστόσο, όπως πολλές άλλες ζώνες υγείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, οι πόροι που διατίθενται στις τοπικές υγειονομικές αρχές υπολείπονται πολύ από αυτό που απαιτείται πραγματικά.

«Οι τοπικές υγειονομικές αρχές διαθέτουν μόνο μία μοτοσικλέτα και αυτή δεν λειτουργεί. Πώς μπορούν να επιβλέπουν τις δραστηριότητες εμβολιασμού;» συνεχίζει ο Faustin Igulu. «Πώς μπορούν να μεταφέρουν εμβόλια στις πιο απομακρυσμένες περιοχές; Είναι πολύ περίπλοκο».

Η πιο μεταδοτική ασθένεια στον κόσμο

Η ιλαρά είναι μια ιογενής νόσος που εξαπλώνεται με βήχα, φτάρνισμα ή μέσω άμεσης επαφής με ρινικές ή λαρυγγικές εκκρίσεις. Τα παιδιά που προσβάλλονται από την ασθένεια αυτή μπορεί να αντιμετωπίσουν σοβαρές επιπλοκές, καθώς η ιλαρά «σβήνει» την ανοσολογική τους μνήμη, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία και τη ζωή τους για τα επόμενα χρόνια. Υπάρχει ένα φθηνό και κατά 85% αποτελεσματικό εμβόλιο, το οποίο προστατεύει τους εμβολιασμένους ανθρώπους για δεκαετίες.

«Η ιλαρά είναι η πιο μεταδοτική ασθένεια στον κόσμο, σχεδόν 10 φορές περισσότερο από την COVID-19», λέει ο Anthony Kergosien. «Το να νικήσουμε αυτόν τον δολοφόνο απαιτείται εμβολιαστική κάλυψη 95% με δύο δόσεις ανά παιδί, και τακτικές εκστρατείες εμβολιασμού όσων ζουν στις πιο ευάλωτες και δυσπρόσιτες περιοχές. Αλλά είμαστε ακόμα πάρα πολύ μακριά από αυτό».

Franck Ngonga/MSF

Ένας ατελείωτος αγώνας

Στο Bosobolo, όπως και σε πάρα πολλές περιοχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ο αγώνας κατά της ιλαράς μερικές φορές φαίνεται ατελείωτος. Οι προσπάθειες για τον περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου αντιμετωπίζουν τεράστιες προκλήσεις. Ένα εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού και παρακολούθησης παρεμποδίστηκε εξαιτίας μεγάλων αδυναμιών. Ένα πολύ υψηλό ποσοστό γεννήσεων εκθέτει νέα παιδιά στην ασθένεια κάθε μέρα. Ένα μη εξοπλισμένο σύστημα υγείας δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει συνεπή ποιότητα υγειονομικής περίθαλψης και οι πάροχοι υγείας που προσπαθούν να έχουν πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές πρέπει να ξεπεράσουν τις παγιωμένες γεωγραφικές δυσκολίες και τις δυσκολίες ασφαλείας.

Ενώ περιμένουμε δομικές βελτιώσεις, υπάρχει επείγουσα ανάγκη: να σταματήσουμε την εξάπλωση της νόσου και να σώσουμε ζωές.

Η προσπάθεια αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων είναι το κλειδί για την αντιμετώπιση της ιλαράς μακροπρόθεσμα. Αυτήν τη στιγμή, δεν πρέπει να ξεχνάμε την επείγουσα ανάγκη για άμεση δράση, η οποία θα επιβραδύνει τη μετάδοση και θα σώσει ζωές.

«Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν αναπτυχθεί στις επαρχίες Ubangi, Bas-Uélé και Maniema, αλλά μερικές φορές αισθανόμαστε αρκετά μόνοι στη φροντίδα ασθενών και στην υποστήριξη τοπικών ομάδων υγείας»  λέει ο Anthony. «Δεδομένης της τρέχουσας αύξησης των κρουσμάτων, είναι επιτακτική ανάγκη να αυξηθεί η παρέμβαση έκτακτης ανάγκης».

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Μοζαμβίκη: «Οι άνθρωποι τρέχουν στο δάσος για να σωθούν»

Μοζαμβίκη: «Οι άνθρωποι τρέχουν στο δάσος για να σωθούν»

Η Amparo Vilasmil είναι υπεύθυνη ψυχικής υγείας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Cabo Delgado στη Μοζαμβίκη.

Amanda Furtado Bergman

Μαζί με την ομάδα της εργάζεται στο Montepuez, τη δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη πόλη της επαρχίας και έναν από τους προορισμούς που επιλέγουν οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν την παραλιακή πόλη της Palma λόγω των πρόσφατων επιθέσεων.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν ένα ιατρικό πρόγραμμα στο Montepuez από το Νοέμβριο του 2020. Κατά το τελευταίο έτος, ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν βρει καταφύγιο εδώ έχει αυξηθεί εκθετικά λόγω της κρίσης. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν περίπου 50.000 άνθρωποι που ζουν είτε σε καταυλισμούς είτε στην κοινότητα υποδοχής.

Μόλις ο αντίκτυπος των επιθέσεων στην Palma έγινε αντιληπτός, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα σε όλο το Cabo Delgado, συμπεριλαμβανομένου του Montepuez, άρχισαν να προετοιμάζονται για ένα πιθανό νέο κύμα αφίξεων. Μέχρι την 1η Απριλίου, περίπου 400 άτομα, περισσότερο από το ένα τρίτο των οποίων είναι παιδιά, έφτασαν στο Montepuez. Αυτοί που φτάνουν λένε ότι πολλοί ακόμη βρίσκονται στη διαδρομή.

Εκτοπισμένοι φτάνουν στο Montepuez ταραγμένοι και συγκλονισμένοι από αυτά που έχουν δει. Κλαίνε όταν μιλάνε για την κατάστασή τους. «Σκότωσαν πολλούς ανθρώπους, σκότωσαν την Palma», μου είπε κάποιος. Έτρεξαν στο δάσος για να σωθούν και περπατούσαν όλη μέρα και όλη νύχτα για τέσσερις ή πέντε ημέρες.

Πολλοί είδαν πτώματα στον δρόμο, ανθρώπους που είχαν πεθάνει από πείνα ή αφυδάτωση. Το μόνο διαθέσιμο νερό ήταν από ένα βρώμικο ποτάμι. Οι άνθρωποι ακολουθούσαν συνήθως τους κύριους δρόμους, αλλά κοιμούνταν και μέσα στος δάσος για προστασία, αποφεύγοντας τα χωριά και επιβιώνοντας με όσα λίγα μπορούσαν να βρουν.

Μία από τις πρώτες κύριες πόλεις που έφτασαν είναι η Nangade, 130 χιλιόμετρα από την Palma. Από εκεί, οι τυχεροί που μπορούν να πάρουν χρήματα από συγγενείς φεύγουν με οχήματα και πηγαίνουν πιο μακριά στη Mueda, μια ορεινή πόλη που ελέγχεται από τον στρατό και άλλοι συνεχίζουν πιο νότια προς το Montepuez.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ανησυχούν για όσους δεν έχουν συγγενείς για να τους βοηθήσουν οικονομικά για τη μετακίνησή τους καθώς αυτό σημαίνει ότι συνεχίζουν να περπατούν, χωρίς να έχουν πρόσβαση σε φαγητό και νερό. Αυτοί πιθανότατα θα φτάσουν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση. Εργαζόμαστε πολύ σκληρά για να εντοπίσουμε τις διαδρομές που ακολουθούν οι άνθρωποι που φεύγουν από την Palma και το πού πηγαίνουν, προκειμένου να προσαρμόσουμε τις δράσεις μας.

Έχουμε τοποθετήσει μια ομάδα σε όλα τα σημεία εισόδου στο Montepuez για να παρέχουμε υποστήριξη ψυχικής υγείας μόλις φτάνουν οι άνθρωποι εδώ. Τους βοηθάμε να αντιμετωπίσουν τις τραυματικές τους εμπειρίες και να μπορούν  να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Πολλοί από αυτούς θέλουν να πάνε στο Pemba, την πρωτεύουσα της επαρχίας, με την ελπίδα να επανενωθούν με άλλα μέλη της οικογένειάς τους.

Στους καταυλισμούς γύρω από το Montepuez, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είχαν χωριστεί από τις οικογένειές τους σε προηγούμενες επιθέσεις στο Cabo Delgado. Κάποια μέλη της οικογένειας ήρθαν στο Montepuez, ενώ άλλα πήγαν στην Palma. Και τώρα έχουν χάσει κάθε επαφή μεταξύ τους. Δεν γνωρίζουν πού είναι ή εάν είναι ασφαλείς, και αυτό τους προκαλεί ανησυχία και άγχος.

Πριν από τις επιθέσεις, η Palma είχε εκτιμώμενο πληθυσμό αρκετών δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων. Πολλοί από αυτούς φέρεται τώρα να έχουν φύγει από την πόλη σε διαφορετικές κατευθύνσεις: μερικοί μπήκαν σε βάρκες με προορισμό το νότο, άλλοι έχουν περάσει στην ενδοχώρα μέσα από το δάσος ή στα σύνορα με την Τανζανία, και πολλοί φαίνεται ότι εξακολουθούν να κρύβονται στα περίχωρα της Palma. Όπως και στο Montepuez, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα καλύπτουν τις ιατρικές και ανθρωπιστικές ανάγκες των ανθρώπων που εγκαταλείπουν την Palma και καταφεύγουν στις περιοχές Mueda, Nangade, Pemba και Macomia

Μια άλλη ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα  βρίσκεται αυτήν την εβδομάδα στη χερσόνησο Afungi, περίπου 25 χιλιόμετρα από την Palma, όπου έχουν μεταφερθεί μερικοί από τους τραυματίες και άλλοιέχουν βρει καταφύγιο. Η σύγκρουση μεταξύ του στρατού και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων στο Cabo Delgado συνεχίζεται από το 2017 και εντείνεται τον τελευταίο χρόνο. Πάνω από 670.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί μέχρι στιγμής από τη βία, σύμφωνα με τον ΟΗΕ.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Υεμένη: Επείγουσα έκκληση στην διεθνή κοινότητα λόγω της ραγδαίας εξάπλωσης της COVID-19 στη χώρα

Υεμένη: Επείγουσα έκκληση στην διεθνή κοινότητα λόγω της ραγδαίας εξάπλωσης της COVID-19 στη χώρα

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα βλέπουν δραματική αύξηση ασθενών σε κρίσιμη κατάσταση με COVID-19 που απαιτούν νοσηλεία στο Aden και σε πολλά άλλα μέρη της χώρας.

Athmar Mohammed/MSF

«Προτρέπουμε όλες τις ιατρικές ανθρωπιστικές οργανώσεις που βρίσκονται ήδη στην Υεμένη να κλιμακώσουν γρήγορα την αντίδραση έκτακτης ανάγκης στην COVID-19. Οι διεθνείς δωρητές που σταμάτησαν την ανθρωπιστική τους χρηματοδότηση στην Υεμένη πρέπει επίσης να δράσουν γρήγορα», λέει ο Raphael Veicht, επικεφαλής αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Υεμένη. «Όλες οι πτυχές της παρέμβασης κατά της πανδημίας είναι ελλιπείς και χρειάζονται μεγαλύτερη διεθνή υποστήριξη, από τις οδηγίες που δίνονται για την δημόσια υγεία και τους εμβολιασμούς έως τη θεραπεία με οξυγόνο – απαιτείται υποστήριξη σε όλους τους τομείς».

Μετά από 6 χρόνια πολέμου, το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης της Υεμένης έχει καταρρεύσει και η δυναμική σε μονάδες εντατικής θεραπείας είναι περιορισμένη. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν υποστήριξη στο Κέντρο Θεραπείας COVID-19 στο νοσοκομείο Al Gamhouria. Η ιατρική ομάδα είναι σε θέση να αναλάβει 11 κρεβάτια μονάδας εντατικής θεραπείας και έως και 46 ασθενείς στο τμήμα εσωτερικών ασθενών. Επί του παρόντος και τα 11 κρεβάτια στη μονάδα εντατικής θεραπείας είναι γεμάτα.

«Δυστυχώς, πολλοί από τους ασθενείς που βλέπουμε βρίσκονται ήδη σε κρίσιμη κατάσταση κατά την άφιξή τους στο νοσοκομείο», λέει ο Line Lootens, ιατρικός συντονιστής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Υεμένη. «Οι περισσότεροι ασθενείς χρειάζονται πολύ υψηλά επίπεδα οξυγόνου και ιατρική περίθαλψη. Μερικοί ασθενείς απαιτούν επίσης μηχανικό αερισμό στη ΜΕΘ, ο οποίος είναι τεχνικά δύσκολος και απαιτεί πολύ υψηλό επίπεδο ιατρικής περίθαλψης.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καλούν τον πληθυσμό της Υεμένης να ακολουθήσει τα μέτρα πρόληψης κατά της COVID-19, όπως η κοινωνική απόσταση, το πλύσιμο των χεριών και η μάσκα. Είναι επίσης σημαντικό οι ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα να αναζητούν εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα νωρίς για να έχουν περισσότερες πιθανότητες ανάρρωσης από την ασθένεια.

Η ανταπόκριση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην COVID-19  πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας και Πληθυσμού και τη Γενική Διαχείριση Νοσοκομείων Al Gamhouria. Σήμερα, η ομάδα στο κέντρο θεραπείας COVID-19 αποτελείται από περισσότερους από 100 γιατρούς, νοσηλευτές και προσωπικό υποστήριξης, που εργάζονται όλο το 24ωρο για να ανταποκριθούν στις ανάγκες.

«Είμαστε ευγνώμονες για αυτήν την πολύ αναγκαία υποστήριξη από τις υγειονομικές αρχές στην Υεμένη. Ωστόσο, η απότομη αύξηση των κρουσμάτων τις τελευταίες εβδομάδες είναι εξαιρετικά ανησυχητική», λέει ο Raphael Veicht, επικεφαλής αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Υεμένη. «Ενώ ορισμένες χώρες έχουν εμβολιάσει με επιτυχία τον μισό πληθυσμό τους, η Υεμένη βρίσκεται πολύ πίσω , επισημαίνοντας και πάλι την παγκόσμια ανισότητα πρόσβασης στα εμβόλια, χωρίς κανείς να έχει εμβολιαστεί στη χώρα μέχρι και εχθές».

Το κέντρο θεραπείας για  COVID-19 Al Gamhouria, στο Aden δημιουργήθηκε από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα το 2020, κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της πανδημίας. Αργότερα, όταν βελτιώθηκε η κατάσταση, παραδόθηκε στο Υπουργείο Δημόσιας Υγείας και Πληθυσμού. Μετά την απότομη αύξηση των κρουσμάτων στις αρχές αυτού του μήνα, υπογράφηκε Μνημόνιο Συνεργασίας στις 15 Μαρτίου με το Υπουργείο Υγείας και το νοσοκομείο Al Gamhouria για να ξεκινήσουν εκ νέου μια επείγουσα επέμβαση COVID-19.

Για να μπορέσουν να φροντίσουν ασθενείς με COVID-19 που βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν αναπτύξει μια ομάδα έκτακτης ανάγκης COVID-19 στο Aden, η οποία αποτελείται από έναν ιατρικό συντονιστή, δύο γιατρούς και δύο νοσηλευτές για τις μονάδες εντατικής θεραπείας και δύο λογιστές.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συμπληρώνουν φέτος 50 χρόνια διεθνούς δράσης σε εστίες πολέμου, σε χώρες που έχουν υποστεί φυσικές καταστροφές, σε περιοχές που μαστίζονται από επιδημίες και σε ζώνες όπου ζουν εκτοπισμένοι πληθυσμοί. Τα τελευταία χρόνια συνεχών συγκρούσεων στην Υεμένη έχουν οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση του συστήματος υγείας της χώρας. Με έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων να μην έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, οι δράσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα είναι από τις πιο εκτεταμένες παγκοσμίως. Το 2019 οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα πραγματοποιήσαν 308.900 επισκέψεις σε εξωτερικά ιατρεία, βοήθησαν σε 31.000 γεννήσεις και προχώρησαν σε 27.100 χειρουργικές επεμβάσεις.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Υεμένη: Επείγουσα έκκληση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα λόγω της ραγδαίας εξάπλωσης της COVID-19 στη χώρα

Υεμένη: Επείγουσα έκκληση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα λόγω της ραγδαίας εξάπλωσης της COVID-19 στη χώρα

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα βλέπουν δραματική αύξηση ασθενών σε κρίσιμη κατάσταση με COVID-19 που απαιτούν νοσηλεία στο Aden και σε πολλά άλλα μέρη της χώρας.

Athmar Mohammed/MSF

«Προτρέπουμε όλες τις ιατρικές ανθρωπιστικές οργανώσεις που βρίσκονται ήδη στην Υεμένη να κλιμακώσουν γρήγορα την αντίδραση έκτακτης ανάγκης στην COVID-19. Οι διεθνείς δωρητές που σταμάτησαν την ανθρωπιστική τους χρηματοδότηση στην Υεμένη πρέπει επίσης να δράσουν γρήγορα», λέει ο Raphael Veicht, επικεφαλής αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Υεμένη. «Όλες οι πτυχές της παρέμβασης κατά της πανδημίας είναι ελλιπείς και χρειάζονται μεγαλύτερη διεθνή υποστήριξη, από τις οδηγίες που δίνονται στους πολίτες για την δημόσια υγεία και τους εμβολιασμούς έως τη θεραπεία με οξυγόνο – απαιτείται υποστήριξη σε όλους τους τομείς».

Μετά από 6 χρόνια πολέμου, το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης της Υεμένης έχει καταρρεύσει και η δυναμική σε μονάδες εντατικής θεραπείας είναι περιορισμένη. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν υποστήριξη στο Κέντρο Θεραπείας COVID-19 στο νοσοκομείο Al Gamhouria. Η ιατρική ομάδα είναι σε θέση να αναλάβει 11 κρεβάτια μονάδας εντατικής θεραπείας και έως και 46 ασθενείς στο τμήμα εσωτερικών ασθενών. Επί του παρόντος και τα 11 κρεβάτια στη μονάδα εντατικής θεραπείας είναι γεμάτα.

«Δυστυχώς, πολλοί από τους ασθενείς που βλέπουμε βρίσκονται ήδη σε κρίσιμη κατάσταση κατά την άφιξή τους στο νοσοκομείο», λέει ο Line Lootens, ιατρικός συντονιστής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Υεμένη. «Οι περισσότεροι ασθενείς χρειάζονται πολύ υψηλά επίπεδα οξυγόνου και ιατρική περίθαλψη. Μερικοί ασθενείς απαιτούν επίσης μηχανικό αερισμό στη ΜΕΘ, ο οποίος είναι τεχνικά δύσκολος και απαιτεί πολύ υψηλό επίπεδο ιατρικής περίθαλψης.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καλούν τον πληθυσμό της Υεμένης να ακολουθήσει τα μέτρα πρόληψης κατά της COVID-19, όπως η κοινωνική απόσταση, το πλύσιμο των χεριών και η μάσκα. Είναι επίσης σημαντικό οι ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα να αναζητούν εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα νωρίς για να έχουν περισσότερες πιθανότητες ανάρρωσης από την ασθένεια.

Η ανταπόκριση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην COVID-19  πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας και Πληθυσμού και τη Γενική Διαχείριση Νοσοκομείων Al Gamhouria. Σήμερα, η ομάδα στο κέντρο θεραπείας COVID-19 αποτελείται από περισσότερους από 100 γιατρούς, νοσηλευτές και προσωπικό υποστήριξης, που εργάζονται όλο το 24ωρο για να ανταποκριθούν στις ανάγκες.

«Είμαστε ευγνώμονες για αυτήν την πολύ αναγκαία υποστήριξη από τις υγειονομικές αρχές στην Υεμένη. Ωστόσο, η απότομη αύξηση των κρουσμάτων τις τελευταίες εβδομάδες είναι εξαιρετικά ανησυχητική», λέει ο Raphael Veicht, επικεφαλής αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Υεμένη. «Ενώ ορισμένες χώρες έχουν εμβολιάσει με επιτυχία τον μισό πληθυσμό τους, η Υεμένη βρίσκεται πολύ πίσω , επισημαίνοντας και πάλι την παγκόσμια ανισότητα πρόσβασης στα εμβόλια, χωρίς κανείς να έχει εμβολιαστεί στη χώρα μέχρι και εχθές».

Το κέντρο θεραπείας για  COVID-19 Al Gamhouria, στο Aden δημιουργήθηκε από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα το 2020, κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της πανδημίας. Αργότερα, όταν βελτιώθηκε η κατάσταση, παραδόθηκε στο Υπουργείο Δημόσιας Υγείας και Πληθυσμού. Μετά την απότομη αύξηση των κρουσμάτων στις αρχές αυτού του μήνα, υπογράφηκε Μνημόνιο Συνεργασίας στις 15 Μαρτίου με το Υπουργείο Υγείας και το νοσοκομείο Al Gamhouria για να ξεκινήσουν εκ νέου μια επείγουσα επέμβαση COVID-19.

Για να μπορέσουν να φροντίσουν ασθενείς με COVID-19 που βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν αναπτύξει μια ομάδα έκτακτης ανάγκης COVID-19 στο Aden, η οποία αποτελείται από έναν ιατρικό συντονιστή, δύο γιατρούς και δύο νοσηλευτές για τις μονάδες εντατικής θεραπείας και δύο λογιστές.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Αιθιοπία: οι πόλεις του Tigray γεμίζουν με εκτοπισμένους που φεύγουν λόγω ανασφάλειας και χρειάζονται βοήθεια

Αιθιοπία: οι πόλεις του Tigray γεμίζουν με εκτοπισμένους που φεύγουν λόγω ανασφάλειας και χρειάζονται βοήθεια

Τις τελευταίες εβδομάδες, δεκάδες χιλιάδες εκτοπισμένοι έχουν φτάσει σε πόλεις της περιοχής Tigray, που πλήττεται από συγκρούσεις, στη βόρεια Αιθιοπία. Μαζί με άλλους εκτοπισμένους που έφτασαν νωρίτερα, μένουν σε σχολεία και άδεια κτίρια, σε κακές συνθήκες και χωρίς βασικές υπηρεσίες. Πολλοί έχουν ήδη εκτοπιστεί πολλές φορές από τον Νοέμβριο.

Ιgor Barbero/MSF

Η στέγη του πενταόροφου κτιρίου του σχολείου Tsegay Berhe στην πόλη Adwa είναι ανοιχτή στον γαλάζιο, χωρίς σύννεφα ουρανό. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της σύγκρουσης σε αυτήν τη βόρεια Αιθιοπική περιοχή, το κτίριο χτυπήθηκε από πυραύλους. Δύο από τις αίθουσες διδασκαλίας είναι γεμάτες με σπασμένους υπολογιστές, οθόνες, καρέκλες και βιβλία. Οι υπόλοιπες αίθουσες διδασκαλίας είναι ανέγγιχτες, αλλά συχνά οι ξύλινοι πάγκοι στοιβάζονται σε γωνίες ή έχουν τραβηχτεί έξω, ενώ ίχνη από κιμωλία εξακολουθούν να παραμένουν στους μαυροπίνακες.

Στην πύλη του σχολείου υπάρχει πολλή δράση και ακούγονται εκατοντάδες φωνές. Μια ομάδα ανθρώπων καταγράφει ονόματα σε μεγάλα σημειωματάρια, αλλά δεν πρόκειται για ονόματα μαθητών. Το σχολείο είναι κλειστό μέχρι νεωτέρας.

Σήμερα, τα δημοτικά και τα γυμνάσια σε κωμοπόλεις σε ολόκληρη την περιοχή Tigray, όπως το Adwa, το Axum και το Shire, είναι το επίκεντρο μιας τεράστιας κρίσης εκτοπισμού, που αριθμεί εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους- αν και κανείς δεν γνωρίζει τον πραγματικό αριθμό. Τις τελευταίες εβδομάδες, αυτή η κρίση έχει πάρει απελπιστικές διαστάσεις, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να μετακινούνται σε πόλεις αναζητώντας ασφάλεια και ανθρωπιστική βοήθεια καθώς εξαντλούνται οι πόροι στις κοινότητες υποδοχής και στις πιο απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές.

Συνεχής εκτοπισμός

Ο Ken Alew Gebrekristos, 38 ετών, οξυγονοκολλητής από την κεντρική πόλη Tigrayan Edaga Arbi, περίπου 50 χλμ νοτιοανατολικά του Adwa, έφτασε εδώ τη δεύτερη εβδομάδα του Μαρτίου. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, η σύζυγός και δύο μεγαλύτερα παιδιά του πηγαίνουν στην πόλη αναζητώντας βοήθεια, ενώ ο ίδιος παραμένει στο σχολείο, αναζητώντας πληροφορίες που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την κατάστασή τους. «Μέχρι στιγμής μας έχει δοθεί ψωμί και μερικές μπλούζες», λέει. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, κοιμούνται στο σκληρό πάτωμα σε μία από τις αίθουσες.

Το Adwa είναι ο πιο πρόσφατος προορισμός για αυτήν την οικογένεια των έξι ατόμων. Στις πρώτες μέρες της κρίσης, είδαν την πόλη τους να γεμίζει με ανθρώπους που έφευγαν από άλλες περιοχές λόγω της βίας ενώ αργότερα την είδαν να δέχεται επίθεση από στρατιώτες της Ερυθραίας.

Τον Νοέμβριο, η οικογένεια αναγκάστηκε να καταφύγει στους λόφους, παίρνοντας μαζί μόνο τα ρούχα τους και μεταφέροντας τα μικρότερα παιδιά στους ώμους. Στον δρόμο, προσπερνούσαν πτώματα. Συνέχισαν να περπατούν, ζητώντας από τους ντόπιους καταφύγιο και φαγητό.

«Φέρναμε νερό από το ποτάμι για να πιούμε», λέει ο Ken. «Μερικές μέρες δεν είχαμε τίποτα να φάμε. Ένα κορίτσι που είχε εκτοπιστεί μαζί μας γέννησε, χωρίς κανέναν γιατρό. Είχαμε μόνο ένα σεντόνι για να της δώσουμε και ανάψαμε φωτιά για να ζεστάνουμε το μωρό.»

Προσπάθησαν να επιστρέψουν στο κατεστραμμένο σπίτι τους, αλλά το αίσθημα ανασφάλειας τους εμπόδισε να μείνουν εκεί.

Με δάκρυα στα μάτια του και με σπασμένη φωνή, ο Ken λέει: «Τώρα δεν έχω σχέδια, δεν ξέρω πώς θα είναι το άμεσο μέλλον μου. Δεν μπορώ να επιστρέψω σπίτι – πώς θα μπορούσα να επιστρέψω χωρίς εγγυήσεις; Αισθάνομαι πιο ασφαλής εδώ που περιβάλλομαι από άλλους ανθρώπους.»

Κοιμoύνται στο έδαφος

Στα σχολεία του Adwa βλέπεις περισσότερο τις γυναίκες. Πολλές έχουν τα μωρά τους δεμένα με μαντήλια στην πλάτη τους, μερικές γονατίζουν στο έδαφος ψήνοντας κόκκους καφέ, άλλες κουβαλούν  καυσόξυλα. Ομάδες ανδρών συμμετέχουν σε έντονες συζητήσεις και οι νεότεροι κοιμούνται στη σκιά των μικρών δέντρων, βρίσκοντας καταφύγιο από τον καυτό ήλιο της περιόδου ξηρασίας.

Οι χώροι των σχολείων έχουν πολύ λίγα πράγματα, μερικούς κουβάδες, κάποιες σακούλες φαγητού και μουσαμάδες για να κοιμούντα οι άνθρωποι. Τη νύχτα, τα δωμάτια  γεμίζουν με δεκάδες ανθρώπους που στοιβάζονται ο ένας δίπλα στον άλλον στο πάτωμα. Οι άτυχοι κοιμούνται έξω από το κτίριο, στο γρασίδι ή στον δρόμο.

Ο χρόνος φαίνεται να έχει σταματήσει. Κανείς δεν ξέρει πόσο καιρό θα μείνει εδώ. Κανείς δεν περίμενε πραγματικά κάτι τέτοιο. Ακόμη και εκείνοι που θυμούνται τον πόλεμο στα σύνορα μεταξύ Αιθιοπίας και Ερυθραίας, που κορυφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, δεν βλέπουν καμία σχέση με αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Αιθιοπία.

Σε απόσταση 30 λεπτών με το αυτοκίνητο από το Adwa βρίσκεται η ιστορική πανεπιστημιακή πόλη Axum. Στα περίχωρα, περιτριγυρισμένο από χωράφια και εργοτάξια, βρίσκεται το σχολείο Basin, ο πρώτος προορισμός για τις περισσότερες νέες αφίξεις στην πόλη από την έναρξη της σύγκρουσης. Οι άνθρωποι που διαμένουν εδώ λένε ότι η κίνηση των ανθρώπων είναι σταθερή, αλλά η εισροή έχει ενταθεί από τις αρχές Μαρτίου. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 12 σημεία στο Axum σαν αυτό, που όλα μαζί φιλοξενούν αρκετές χιλιάδες εκτοπισμένους.

«Βρίσκομαι εδώ 42 μέρες τώρα», λέει η Bayesh Danyo, 25 ετών, μητέρα δύο μικρών παιδιών, συμπεριλαμβανομένου ενός μωρού 10 μηνών. Όπως πολλές άλλες γυναίκες εδώ, η Bayesh δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο σύζυγός της και δεν έχε επαφή μαζί του εδώ και μήνες. Ορισμένοι από αυτούς ίσως τώρα να είναι πρόσφυγες στο Σουδάν.

Έχει λάβει κάποια επισιτιστική βοήθεια, αλλά ανησυχεί ότι εξαντλούνται οι προμήθειές της. «Στην αρχή πήρα πέντε λίτρα λάδι, 30 κιλά αλεύρι και 50 κιλά σιτάρι. Όλα αυτά θα τελειώσουν. Οι λίγες διανομές τροφίμων που γίνονται δεν είναι πάντα δίκαιες. Προσπαθώ να μοιραστώ ό,τι έχω με άλλους νεοεισερχόμενους, ιδιαίτερα με έγκυες γυναίκες.»

Προσθέτει ότι το λίγο νερό που παίρνουν χρησιμοποιείται κυρίως για πόσιμο, με τα παιδιά να έρχονται πάντα πρώτα. «Δεν είχαμε πραγματικά την ευκαιρία να κάνουμε μπάνιο από τότε που φτάσαμε», λέει η Bayesh. «Το μωρό μου αρρωσταίνει λόγω των δύσκολων συνθηκών στις οποίες ζούμε.»

Αναγκάζονται να φύγουν από το δυτικό Tigray

Η Bayesh έρχεται από το Humera, στο δυτικό Tigray, μια πόλη στο σημείο που συναντιούνται η Αιθιοπία, η Ερυθραία και το Σουδάν. Πολλοί από τους εκτοπισμένους στις κεντρικές και ανατολικές περιοχές του Tigray, προέρχονται από τα δυτικά. Οι κάτοικοι πόλεων, συμπεριλαμβανομένων των Humera, Dansha και Mai Kadra, ισχυρίζονται ότι έχουν πιεστεί από πολιτοφυλακές και ένοπλες ομάδες για να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους και μερικές φορές έχουν μπει με τη βία σε λεωφορεία που τους μετέφεραν στην άκρη του ποταμού Tekeze.

Άλλοι λένε ότι βίωσαν και είδαν διάφορες μορφές βίας ώστε ήταν αναπόφευκτο να φύγουν. Ενώ οι διαδρομές που ακολουθούν οι εκτοπισμένοι ποικίλλουν, ανάλογα με τους οικογενειακούς δεσμούς ή την οικονομική δυνατότητα μεκίνησης που έχουν, το Shire είναι συχνά η πρώτη κύρια πόλη στην οποία φτάνουν οι άνθρωποι που φεύγουν από το δυτικό Tigray. Ωστόσο, το Shire φιλοξενεί πολύ μεγάλο αριθμό εκτοπισμένων και γίνεται όλο και πιο πολυσύχναστο, έτσι πολλοί άνθρωποι επιλέγουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Άτυποι καταυλισμοί χωρίς βασικές υπηρεσίες

«Οι άνθρωποι εκτοπίζονται από την αρχή της κρίσης, αλλά όχι σε τόσο μεγάλους αριθμούς και όσοι έπρεπε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους υποστηρίζονταν συχνά από τις κοινότητες υποδοχής κι έμεναν κυρίως στα σπίτια συγγενών ή ατόμων που γνώριζαν και μοιράζονταν τους πόρους μαζί τους», λέει η Esperanza Santos, συντονίστρια επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Tigray,

«Πρόσφατα αυτό άλλαξε και βλέπουμε μεγαλύτερη εισροή ανθρώπων, ειδικά στο Shire, το Adwa και το Axum», λέει η Esperanza. «Οι περισσότεροι εγκαθίστανται σε άτυπους καταυλισμούς που δεν έχουν την ικανότητα να φιλοξενήσουν τόσα άτομα και δεν διαθέτουν τις απαραίτητες υπηρεσίες. Είναι μια εξαιρετικά ανησυχητική κατάσταση, διότι δεν βλέπουμε επαρκή ανταπόκριση από την ανθρωπιστική κοινότητα ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των ανθρώπων για νερό, αποχέτευση, τρόφιμα ή ιατρικές υπηρεσίες.»

Εκτοπισμένοι φθάνουν επίσης σε μικρότερες πόλεις όπως το Abi Adi, δύο ώρες με το αυτοκίνητο δυτικά του Mekele, την πρωτεύουσα του Tigray, που βρίσκεται σε μια περιοχή όπου οι μάχες ήταν συχνές και στις οποίες έχει ακόμη ερείσματα η ένοπλη αντιπολίτευση.

Ο Worku, 22 ετών, που είχε ένα μικρό κατάστημα ρούχων στο Shire, έφτασε στο Abi Adi την 1η Μαρτίου. Τον Νοέμβριο μετακόμισε από τη μια περιοχή στην άλλη στο δυτικό Tigray, αλλά, ως νεαρός άνδρας, ένιωθε ανασφαλής και αποφάσισε να πάει σε έναν μακρινό συγγενή που ζούσε σε ένα χωριό που δεν απέχει πολύ από το Abi Adi. Είχε επίσης ακούσει ότι υπήρχε βοήθεια στην πόλη.

«Ήρθα επιτέλους στο Abi Adi επειδή υπάρχει εντονότερη παρουσία ανθρωπιστικών οργανώσεων», λέει. «Τους τελευταίους μήνες, έπρεπε να παρακαλάω τους ντόπιους. Το περισσότερο που είχα ήταν ένα ψωμί κάθε μέρα. Χρειάζομαι φαγητό, ρούχα, νερό, καταφύγιο… Όπου κι αν ήμουν, κοιμόμουν στο έδαφος. Από υγεία, είμαι ακόμα καλά, αλλά έχω δει άλλους να αρρωσταίνουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και να πεθαίνουν.»

Εκεί κοντά κάθεται η Leterbrahn, μια νεαρή γυναίκα που έφυγε από την Humera πριν από τέσσερις μήνες και τώρα μοιράζεται ένα δωμάτιο 8 τετραγωνικών μέτρων στο δημοτικό σχολείο Abi Adi με σχεδόν 20 άλλα άτομα, συμπεριλαμβανομένων των δύο μικρών κοριτσιών της. Η Leterbrahn λέει ότι έχει χάσει σχεδόν όλα όσα είχε.

«Έχω μόνο τα ρούχα που βλέπετε εδώ», λέει. «Δεν μπορώ καν να μαγειρεύω για τον εαυτό μου καθώς δεν έχω σκεύη. Δεν έχω ούτε μία κουβέρτα. Κάποια στιγμή, οι ντόπιοι μου έδωσαν τέσσερα σεντόνια, αλλά τα έδωσα στις έγκυες γυναίκες. Αισθανόμαστε ξεχασμένοι από τη διεθνή κοινότητα και την κυβέρνηση της Αιθιοπίας. Καμία βοήθεια δεν φτάνει σε μας. Ακόμα και μετά από τόσο καιρό, δεν έχουμε τίποτα.»

Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα επαναλειτουργούν μια σειρά από δομές υγείας σε ολόκληρη την περιοχή Tigray και τους προμηθεύουν φάρμακα και άλλες ιατρικές προμήθειες, τους παρέχουν ιατρική υποστήριξη στα επείγοντα, στο τμήμα μητρικής φροντίδας και τα εξωτερικά ιατρεία. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα λειτουργούν επίσης κινητές κλινικές σε αγροτικές περιοχές όπου το σύστημα υγείας δεν λειτουργεί και σε άτυπους καταυλισμούς όπου διαμένουν εκτοπισμένοι. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν αγροτικές περιοχές στο Tigray στις οποίες ούτε οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ούτε άλλοι οργανισμοί, έχουν καταφέρει να φτάσουν. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα μπορούν μόνο να υποθέσουν ότι οι άνθρωποι που ζουν σε αυτές τις περιοχές δεν έχουν επίσης πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη. Προκειμένου να ανταποκριθούν σε αυτό το κύμα νεοαφιχθέντων εσωτερικά εκτοπισμένων, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα εστιάζουν επίσης σε δραστηριότητες ύδρευσης και αποχέτευσης σε ορισμένες από τις κύριες πόλεις.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ