Οι δράσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο δεύτερο κύμα της πανδημίας COVID-19 στην Ελλάδα

Οι δράσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο δεύτερο κύμα της πανδημίας COVID-19 στην Ελλάδα

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, έχοντας πάντοτε στο επίκεντρο των παρεμβάσεών τους τη φροντίδα των πλέον ευπαθών ομάδων, επέκτειναν τα προγράμματά τους με μία σειρά στοχευμένων δράσεων στην Ελλάδα, ανταποκρινόμενοι σε  ανάγκες που προκύπτουν από την πανδημία COVID-19.

MSF/Kyriaki Margariti

Λαμβάνοντάς υπόψιν την τεράστια πίεση που δέχονται τα κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων εν μέσω COVID-19, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ξεκίνησαν ενημερωτικές εκπαιδεύσεις για το προσωπικό των κέντρων αυτών εστιάζοντας στα μέτρα πρόληψης από τον ιό και στη συμβουλευτική ψυχικής υγείας. Παράλληλα, λειτουργούν τηλεφωνική γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης για το προσωπικό των οίκων ευγηρίας.

«Γνωρίζουμε από παρεμβάσεις μας σε άλλες χώρες ότι τα γηροκομεία είναι ένας κλάδος που έχει υποστεί μεγάλη πίεση μέσα στην πανδημία και έτσι αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αυτή την παρέμβαση και στην Ελλάδα. Αυτό που διαπιστώσαμε και εδώ, μιλώντας με το προσωπικό των κέντρων φροντίδας ηλικιωμένων είναι ότι οι εργαζόμενοι βιώνουν τεράστια κούραση και διακατέχονται από ένα αίσθημα ενοχής, ευθύνης και πίεσης» τονίζει η γιατρός, Ιωάννα Μιτράκου, η οποία συμμετέχει στις εκπαιδεύσεις.

Μέχρι στιγμής έχουν γίνει εκπαιδεύσεις σε 13 κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων σε όλη την Ελλάδα, είτε διαδικτυακά, είτε δια ζώσης όπου ήταν εφικτό. Επιπλέον, διενεργήθηκαν διαδικτυακά σεμινάρια ψυχικής υγείας  για το προσωπικό των κέντρων φροντίδας ηλικιωμένων με ειδικές τεχνικές χαλάρωσης.

«Μέσα από τα σεμινάρια, οι εργαζόμενοι των οίκων ευγηρίας ένιωσαν ότι αναγνωρίζεται η δουλειά που κάνουν όλο αυτό το δύσκολο χρονικό διάστημα και ότι υπάρχει κάποιος που τους υποστηρίζει. Αυτό από μόνο του είναι αγχολυτικό» αναφέρει η ψυχολόγος, Βασιλική Γουργιώτη, που βρίσκεται πίσω από την τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης.

Από την αρχή της πανδημίας, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα υποστήριξαν τους αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες και μετανάστες στα υπάρχοντα προγράμματά τους σε Αθήνα,  Σάμο και Λέσβο, με εκστρατείες ενημέρωσης σχετικά με τα μέτρα πρόληψης και προστασίας από την COVID-19, ενισχύοντας παράλληλα τα συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης στους καταυλισμούς. Επιπλέον, η ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λέσβο λειτούργησε έναν νέο ειδικό χώρο  περίθαλψης για ασθενείς με συμπτώματα παρόμοια με αυτά της νόσου COVID-19 και για πιθανά περιστατικά. Παράλληλα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συνεργάστηκαν με τη  Γ’ Παθολογική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Προσέφεραν ψυχολογική υποστήριξη σε υγειονομικό προσωπικό, ασθενείς και συγγενείς τους για θέματα που σχετίζονται με τη νόσο COVID-19. Ταυτόχρονα, ανταποκρινόμενοι στις αυξημένες ανάγκες που προέκυψαν  κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα  πραγματοποίησαν και συνεχίζουν να πραγματοποιούν δωρεές προστατευτικού υλικού και ειδών πρώτης ανάγκης σε νοσοκομεία, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και σε άλλες δομές.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

30 Ιανουαρίου, Παγκόσμια Ημέρα για τις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες: Όχι άλλοι ξεχασμένοι ασθενείς

30 Ιανουαρίου, Παγκόσμια Ημέρα για τις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες: Όχι άλλοι ξεχασμένοι ασθενείς

Οι ασθενείς που υποφέρουν από ξεχασμένες τροπικές ασθένειες χρειάζονται καλύτερη πρόσβαση στη διάγνωση και σε ασφαλείς και αποτελεσματικές θεραπείες, δηλώνουν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα σε νέα έκθεσή τους, μέσα από την οποία κάνουν έκκληση να βελτιωθεί η παγκόσμια ανταπόκριση στις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω θάνατοι και αναπηρίες.

Marizilda Cruppe/MSF

 «Οι ξεχασμένες τροπικές ασθένειες πλήττουν σχεδόν αποκλειστικά ανθρώπους που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Ως αποτέλεσμα, δεν υπάρχουν εμβόλια, τα διαγνωστικά μέσα είναι περιορισμένα, οι θεραπείες είναι κάθε άλλο παρά βέλτιστες και συχνά δεν είναι διαθέσιμες ή είναι πολύ ακριβές», δήλωσε ο Δρ. Χρήστος Χρήστος, Διεθνής Πρόεδρος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

Παρά τη μεγάλη πρόοδο στον αγώνα κατά των ξεχασμένων τροπικών ασθενειών, μερικές από τις πιο απειλητικές για τη ζωή ασθένειες απέχουν πολύ από την εξάλειψη ή ακόμη και τον έλεγχο και συνεχίζουν να ευθύνονται για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων κάθε χρόνο.

Η παρουσίαση ενός νέου «οδικού χάρτη» για τις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας προσφέρει μια ευκαιρία για την ανάπτυξη θεραπειών, εμβολίων και διαγνωστικών εργαλείων για αυτές τις ασθένειες. Οι φιλόδοξοι στόχοι του περιλαμβάνουν την εξάλειψη τουλάχιστον μίας ξεχασμένης τροπικής ασθένειας σε 100 χώρες και τη μείωση κατά 90% του αριθμού των ατόμων που χρειάζονται ιατρική παρέμβαση για την αντιμετώπισή τους έως το 2030.

O νέος «οδικός χάρτης» όμως έρχεται σε μια χρονική στιγμή που η πανδημία COVID-19 απειλεί την πρόοδο που πρέπει να συντελεστεί στον έλεγχο και την εξάλειψη των ξεχασμένων τροπικών ασθενειών. Τα προγράμματα για ξεχασμένες τροπικές ασθένειες έχουν διακοπεί, τα εύθραυστα συστήματα υγείας υπόκεινται σε ακόμη μεγαλύτερη πίεση και υπάρχουν ανησυχητικές ενδείξεις ότι οι πόροι για αυτές τις ασθένειες θα διατεθούν αλλού και θα μειωθεί η χρηματοδότηση. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι ξεχασμένες τροπικές ασθένειες να ξεχαστούν ακόμη περισσότερο, τα σημαντικά επιτεύγματα των τελευταίων χρόνων να αντιστραφούν και να χαθούν ακόμη περισσότερες ζωές. «Παρά τις προκλήσεις, υπάρχουν πολλά που μπορούν να γίνουν» είπε ο Δρ Χρήστου. «Με δεσμεύσεις, χρηματοδοτήσεις και καλύτερα εργαλεία για την εύρεση, διάγνωση και θεραπεία των ασθενών μπορούμε να κάνουμε τις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες, ασθένειες του παρελθόντος».

Ποιες είναι όμως αυτές οι ξεχασμένες τροπικές ασθένειες, οι οποίες πλήττουν περισσότερους από 1,5 δισεκατομμύριο ανθρώπους στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες;

Δερματική λεϊσμανίαση

Η δερματική λεϊσμανίαση είναι μια από τις πιο διαδεδομένες και ξεχασμένες τροπικές ασθένειες. Πλήττει περίπου 1 εκατομμύριο ανθρώπους κάθε χρόνο.

Η ασθένεια δεν είναι θανατηφόρα αλλά μπορεί να προκαλέσει σοβαρές μόνιμες βλάβες και παραμορφώσεις στο δέρμα, οι οποίες στο 70% των ασθενών έχουν επίπτωση στην ψυχική υγεία τους και οδηγούν στον στιγματισμό τους.

Η υπάρχουσα θεραπεία είναι επώδυνη και μπορεί να είναι τοξική για τον ασθενή με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να μη λαμβάνουν θεραπεία.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα περιθάλπουν χιλιάδες ασθενείς με δερματική λεϊσμανίαση κάθε χρόνο στο Πακιστάν, όπου η ασθένεια αποτελεί μεγάλο πρόβλημα δημόσιας υγείας. Ο ΠΟΥ εκτιμά ότι περισσότερα από 100.000 νέα περιστατικά καταγράφονται κάθε χρόνο στη  χώρα. Το 2019 οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα περιέθαλψαν περισσότερους από 6.500 ασθενείς στο Πακιστάν, ενώ από το 2008 μέχρι και το 2020 έχουν περιθάλψει συνολικά 28.746. Από το 2017 αναπτύσσουν σχετικά προγράμματα και στη Συρία.

Σπλαχνική λεϊσμανίαση ή Καλά αζάρ

Matthew Smeal/MSF

Η σπλαχνική λεϊσμανίαση ή Καλά αζάρ είναι μια θανατηφόρα ξεχασμένη τροπική ασθένεια, η οποία εάν αντιμετωπιστεί εγκαίρως μπορεί να θεραπευτεί. Είναι ενδημική σε 78 χώρες, σε τροπικές ή υπο-υποτροπικές περιοχές. Ενώ έχει σχεδόν εξαλειφθεί στη Νότια Ασία, απέχει πολύ από την εξάλειψη ή ακόμη και τον έλεγχο στην Ανατολική Αφρική. Πλήττει συνήθως τους φτωχότερους ανθρώπους, οι οποίοι ζουν σε απομακρυσμένες και αγροτικές περιοχές με μικρή πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.

Το Καλά αζάρ προκαλεί επίμονο πυρετό, απώλεια βάρους, αδυναμία, ανορεξία, διόγκωση της σπλήνας και των λεμφαδένων, αναιμία και καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος. Αν η ασθένεια δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, οι ασθενείς εξασθενούν και πεθαίνουν, συνήθως λόγω ευκαιριακών λοιμώξεων. Ωστόσο, με έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία σχεδόν όλοι οι ασθενείς μπορούν να θεραπευτούν.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αντιμετώπισαν πρώτη φορά το Καλά αζάρ το 1988 στο Σουδάν. Από τότε, περιθάλπουν περίπου το 60% των συνολικών περιστατικών στο Νότιο Σουδάν. Σε παγκόσμιο επίπεδο, από το 1989 έως το 2020, έχουν περιθάλψει σχεδόν 150.000 ασθενείς, κυρίως στο Νότιο Σουδάν, το Σουδάν, την Αιθιοπία, την Κένυα, τη Σομαλία, την Ουγκάντα, την Ινδία και το Μπαγκλαντές.

Δάγκωμα φιδιού

Περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από δάγκωμα φιδιού συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη ξεχασμένη ασθένεια. Πέντε εκατομμύρια άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι κάθε χρόνο με δάγκωμα φιδιού και περίπου 100.000 χάνουν τη ζωή τους.

Το δάγκωμα φιδιού μπορεί να προκαλέσει μόνιμες αναπηρίες όπως τύφλωση, μπορεί να οδηγήσει σε ακρωτηριασμό, ενώ συχνά προκαλεί και ψυχικές διαταραχές, από εφιάλτες μέχρι και μετατραυματικό στρες.

Η καλή και έγκαιρη αντιμετώπιση μπορεί να σώσει ζωές, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση στην περίθαλψη εγκαίρως. H κατάλληλη αγωγή δεν είναι διαθέσιμη και οικονομικά προσιτή για τα περισσότερα θύματα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα περιθάλπουν περίπου 6.000 ανθρώπους από δάγκωμα φιδιού κάθε χρόνο σε προγράμματά τους σε 10 χώρες. 4.000 από αυτούς τους ασθενείς τους περιθάλπουν σε 5 προγράμματα στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, το Ν Σουδάν, την Αιθιοπία, και την Υεμένη.

Νόμα

Η Νόμα είναι μια ασθένεια, τόσο ξεχασμένη που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια από τον ΠΟΥ. Είναι μια λοίμωξη της στοματικής κοιλότητας που αναπτύσσεται πολύ γρήγορα και καταστρέφει τα οστά και τους ιστούς.

Πλήττει κυρίως παιδιά που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Έως και το 90% αυτών των παιδιών, εάν δεν λάβουν θεραπεία, πεθαίνουν τις πρώτες δύο εβδομάδες. Όσα επιζούν μένουν με σοβαρές παραμορφώσεις στο πρόσωπο, οι οποίες τα δυσκολεύουν στο φαγητό, στην ομιλία ή στην αναπνοή. Συχνά, λόγω της εμφάνισής τους, τα παιδιά στιγματίζονται και αντιμετωπίζουν τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η Νόμα είναι μία ασθένεια που μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί αν διαγνωσθεί έγκαιρα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα υποστηρίζουν από το 2014, στην πόλη Σοκότα της Νιγηρίας, ένα νοσοκομείο το οποίο περιθάλπει ασθενείς με Νόμα.

Στέλνουν εξειδικευμένους χειρουργούς τέσσερις φορές τον χρόνο, οι οποίοι πραγματοποιούν 30-40 επεμβάσεις σε ένα διάστημα δύο εβδομάδων. Από το 2015 έως και το 2020 πραγματοποίησαν 766 χειρουργικές επεμβάσεις σε 473 ασθενείς.

Εκτός από τη χειρουργική, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν και υπηρεσίες ψυχικής υγείας, καθώς πολλοί ασθενείς με Νόμα ζουν με παραμορφωμένο πρόσωπο για χρόνια.

Ασθένεια  του Ύπνου

Ενώ στο παρελθόν, η ασθένεια του Ύπνου, ή αφρικανική τρυπανοσωμίαση, σκότωνε πολλούς ανθρώπους, σήμερα βρισκόμαστε κοντά στην εξάλειψή της, με λιγότερα από 1.000 κρούσματα να έχουν αναφερθεί το 2019.

Η ασθένεια του Ύπνου, είναι μια παρασιτική ασθένεια που μεταδίδεται από τη μύγα τσε τσε και οφείλει το όνομά της σε ένα από τα βασικά της συμπτώματα που είναι οι διαταραχές ύπνου.

Χωρίς θεραπεία, η ασθένεια είναι θανατηφόρα ενώ εάν αντιμετωπιστεί πολύ αργά, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν μόνιμες αλλαγές προσωπικότητας και ψυχιατρικά προβλήματα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, από το 1986 μέχρι και το 2019 έχουν εξετάσει περίπου 3,5 εκατομμύρια ανθρώπους για την ασθένεια του Ύπνου κι έχουν περιθάλψει περισσότερους από 50.000 ασθενείς σε επτά χώρες (Αγκόλα, Νότιο Σουδάν, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Κονγκό Μπραζαβίλ, Ουγκάντα και Τσαντ).

Μετά το 2016, ο αριθμός των κρουσμάτων παραμένει σταθερά χαμηλός, γεγονός που οδήγησε την οργάνωση στην απόφαση να τερματίσει τα σχετικά προγράμματά της το 2019. Η οργάνωση τώρα στοχεύει στην ενσωμάτωση του ελέγχου, της διάγνωσης και της θεραπείας στα υπάρχοντα προγράμματά της στις περιοχές που εξακολουθούν να εμφανίζονται περιστατικά, ενώ παραμένει έτοιμη να ανταποκριθεί σε πιθανή αναζωπύρωση της ασθένειας.

Ασθένεια Τσάγκας

Η ασθένεια Τσάγκας είναι η πιο κοινή παρασιτική ασθένεια στην Κεντρική και Νότια Αμερική. Έξι έως επτά εκατομμύρια άνθρωποι έχουν μολυνθεί από τη νόσο και περισσότεροι από 70 εκατομμύρια διατρέχουν κίνδυνο μόλυνσης, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΠΟΥ.

Πλήττει κυρίως ανθρώπους με περιορισμένη πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα και είναι γνωστή ως «αόρατη ασθένεια» γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι που μολύνονται δεν παρουσιάζουν κανένα σύμπτωμα ακόμη και για δεκαετίες.

Επομένως το 99% των ασθενών είναι μη διαγνωσμένοι με μόνο περίπου 38.500 νέα κρούσματα να καταγράφονται κάθε χρόνο. Ενώ με την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία η ασθένεια μπορεί να θεραπευτεί, το γεγονός ότι οι ασθενείς δεν εμφανίζουν συμπτώματα για πολλά χρόνια, οδηγεί σε καθυστερημένη διάγνωση, όταν η ασθένεια έχει γίνει ανίατη.

Χωρίς θεραπεία περίπου το 30% των ασθενών αναπτύσσουν σοβαρά καρδιακά προβλήματα και το 10% μη αναστρέψιμη βλάβη στο πεπτικό τους σύστημα.

Για κάθε 1.000 άτομα που έχουν μολυνθεί με Τσάγκας, μόνο δύο λαμβάνουν τη θεραπεία που χρειάζονται.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, από το 1999 μέχρι το 2016, εξέτασαν περισσότερα από 90.000 άτομα για τη νόσο και περιέθαλψαν περισσότερα από 4.000. Από το 1999 έως το 2010, ανέπτυξαν ειδικά προγράμματα στη Γουατεμάλα, την Ονδούρα, τη Βολιβία και την Παραγουάη ενώ από το 2010, επικεντρώθηκαν στην ενσωμάτωση αυτών των προγραμμάτων στα εθνικά συστήματα υγείας σε συνεργασία με τα αντίστοιχα υπουργεία Υγείας.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Βραζιλία: Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19 στις αγροτικές πόλεις του Αμαζονίου

Βραζιλία: Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19 στις αγροτικές πόλεις του Αμαζονίου

Με το σύστημα υγείας να καταρρέει, η πρωτεύουσα της πολιτείας σταματά να δέχεται σοβαρά περιστατικά από άλλες πόλεις. 

Diego Baravelli

Το σύστημα υγείας στο Manaus, την πρωτεύουσα της βραζιλιάνικης πολιτείας Amazonas, κατέρρευσε για δεύτερη φορά. Αν και τα νοσοκομεία αυξάνουν με ραγδαίους ρυθμούς τις κλίνες για  COVID-19, ο αριθμός των νέων ασθενών αυξάνεται ακόμα γρηγορότερα, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι το σύστημα υγείας είναι κορεσμένο και υπερφορτωμένο. Ακόμη χειρότερα, η δυνατότητα της πόλης στην παροχή οξυγόνου καλύπτει λιγότερο από το ένα τρίτο των σημερινών αναγκών. Ορισμένα νοσοκομεία αδυνατούν να παρέχουν οξυγόνο στους ασθενείς με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να πεθαίνουν από ασφυξία. Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19 στις πόλεις που βρίσκονται κοντά στο ποτάμι, στην αγροτική περιοχή του Αμαζονίου, είναι πια εμφανείς και μπορεί να καταλήξουν εξίσου καταστροφικές.

Ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα δραστηριοποιούνται στις πόλεις São Gabriel da Cachoeira και Tefé, οι οποίες βρίσκονται σε απόσταση λίγων ημερών με βάρκα από την πρωτεύουσα της πολιτείας. Με τα νοσοκομεία του Manaus να είναι υπερφορτωμένα, δεν υπάρχει καμία δομή υγείας για τις παραπομπές πιο σοβαρών περιστατικών. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ενισχύουν άμεσα τις ομάδες τους και διερευνούν πώς μπορούν να βοηθήσουν στο Manaus. Ωστόσο,  έχουν ήδη ξεκινήσει να  καταγράφονται θάνατοι και μπορεί να ακολουθήσουν περισσότεροι.

Κατά την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου, το ένα τρίτο των ασθενών με COVID-19 στην Tefé χρειαζόταν θεραπεία με οξυγόνο. Την περασμένη εβδομάδα το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στα δύο τρίτα. Το ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι ο αριθμός των ασθενών αυξάνεται, αλλά και ότι η σοβαρότητα της κατάστασής τους κατά την εισαγωγή επιδεινώνεται. «Γνωρίζοντας περισσότερα για την ασθένεια, θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να μπορούμε να σώσουμε περισσότερες ζωές, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν έχουμε οξυγόνο και αν υπάρχει δυνατότητα να παραπέμψουμε ασθενείς που είναι σε σοβαρή ή κρίσιμη κατάσταση σε καλύτερα εξοπλισμένα νοσοκομεία. Την τελευταία εβδομάδα, κανένας ασθενής δεν μπορούσε να μεταφερθεί από την Tefé στο Manaus. Χάσαμε τρεις ασθενείς που θα είχαν την ευκαιρία να επιβιώσουν αν είχαν λάβει φροντίδα σε ένα μεγαλύτερο νοσοκομείο, δυστυχώς όμως η παραπομπή τους δεν ήταν δυνατή», λέει ο Pierre Van Heddegem, επικεφαλής της αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Βραζιλία.

Καθώς δεν υπάρχουν γεννήτριες οξυγόνου κοντά στην Τefé που να μπορούν να επαναφορτίσουν τις φιάλες οξυγόνου, αυτές πρέπει να σταλούν στο Manaus. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δώρισαν 50 νέες φιάλες στο περιφερειακό νοσοκομείο στην Tefé στα τέλη του 2020, καθώς όμως η μόνη επιλογή για να ξαναγεμίσουν είναι να σταλούν στο Manaus, η αγροτική περιοχή κινδυνεύει να μείνει χωρίς τη δυνατότητα χρήσης αυτής της ζωτικής βοήθειας. «Εφόσον οι εισαγωγές ασθενών συνεχιστούν με αυτόν τον ρυθμό, το διαθέσιμο οξυγόνο στην Tefé επαρκεί μόνο για λίγες ημέρες» προσθέτει ο Van Heddegem.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αναζητούν απεγνωσμένα εναλλακτικές λύσεις, ώστε, παρά τον συνολικό κορεσμό των νοσοκομείων στο Manaus, οι ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση στην Tefé να μπορούν να λάβουν την απαραίτητη φροντίδα. Ταυτόχρονα, η οργάνωση θα εξετάσει τρόπους για να βοηθήσει στο Manaus. Τα πρώτα μέλη μιας ομάδας έφτασαν την προηγούμενη εβδομάδα στην πρωτεύουσα της πολιτείας Amazonas.

Στο São Gabriel da Cachoeira, τον άλλο δήμο της πολιτείας Amazonas όπου δραστηριοποιούνται οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, σημειώθηκε κι εκεί σημαντική αύξηση περιστατικών. Κατά την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου καταγράφηκε πενταπλάσια αύξηση του αριθμού των ατόμων που έχουν μολυνθεί με COVID-19 σε σύγκριση με την τελευταία εβδομάδα του 2020. Ένα κέντρο παρακολούθησης για ασθενείς με COVID-19 με έξι κρεβάτια έχει δημιουργηθεί από το Υπουργείο Υγείας και υποστηρίζεται από μια ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Υπάρχει ένα μικρό νοσοκομείο με δική του δυνατότητα παραγωγής οξυγόνου, αν αυξηθούν όμως τα περιστατικά, κινδυνεύει και αυτό να φτάσει στα όριά του και να έρθει αντιμέτωπο με τις ίδιες τρομακτικές προοπτικές όπως στην Tefé.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν συμβάλλει στη βελτίωση των ελέγχων για COVID-19, χρησιμοποιώντας το τεστ αντιγόνου το οποίο δίνει μια εκτίμηση της κατάστασης COVID-19 σε πραγματικό χρόνο, σε αντίθεση με το τεστ αντισωμάτων που χρησιμοποιείται γενικευμένα στη Βραζιλία, και το οποίο δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη  σχεδόν αποκλειστική εξάρτηση της Βραζιλίας από τα τεστ αντισωμάτων, τα οποία δείχνουν αν το άτομο  έχει νοσήσει στο παρελθόν, όχι όμως αν  έχει COVID-19 τη στιγμή της εξέτασης.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δώρισαν το απαραίτητο υλικό στο εργαστήριο στο São Gabriel da Cachoeira προκειμένου να διενεργούνται μοριακά τεστ σε ασθενείς με COVID-19. «Τα τεστ μπορούν να γίνουν στην πόλη. Δεν χρειάζεται να σταλούν τα δείγματα στο Manaus, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα και τα αποτελέσματα βγαίνουν σε περίπου μία ώρα», εξηγεί η Irene Huertas Martín, συντονίστρια του προγράμματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην πόλη.

Οι ομάδες προαγωγής υγείας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν πληροφορίες για την COVID-19 στις δύο πόλεις, και θα διερευνήσουν την πιθανότητα να κάνουν το ίδιο και στο Manaus. Η διασφάλιση ότι οι άνθρωποι γνωρίζουν πώς να προστατεύουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους παραμένει ένας από τους σημαντικότερους τρόπους για να αποφευχθεί η εξάπλωση της νόσου σε μια περιοχή όπου η πρόσβαση σε επαρκή υγειονομική περίθαλψη είναι πολύ περιορισμένη.

Μια ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έφτασε στο Manaus την προηγούμενη Δευτέρα για να υποστηρίξει το σύστημα υγείας στην πολιτεία Amazonas. Στη Βραζιλία, εκτός από τα προγράμματα στην Tefé και το São Gabriel da Cachoeira, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δραστηριοποιούνται και στο São Paulo, στο νοσοκομείο Tide Setúbal, όπου παρέχουν παρηγορητική φροντίδα σε ασθενείς με COVID-19 που δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ολοκλήρωσαν πρόσφατα τις δραστηριότητές τους στην πολιτεία Mato Grosso do Sul και στις αγροτικές περιοχές γύρω από τις πόλεις Amambaí, Corumbá και Aquidauana. Η ανταπόκριση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην COVID-19 στη Βραζιλία ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2020 και, εκτός από τις πολιτείες  που αναφέρθηκαν ήδη, δράσεις πραγματοποιήθηκαν στο Rio de Janeiro, Roraima, Mato Grosso και Goiás.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Η ομάδα επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ανταποκρίνεται στις ιατρικές ανάγκες στο Riang του Νότιου Σουδάν, όπου διαπιστώνονται υψηλά ποσοστά ελονοσίας

Η ομάδα επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ανταποκρίνεται στις ιατρικές ανάγκες στο Riang του Νότιου Σουδάν, όπου διαπιστώνονται υψηλά ποσοστά ελονοσίας

Juba, 19 Ιανουαρίου 2021 – Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ανησυχούν για την κατάσταση στο Riang, στην πολιτεία Jonglei, στο ανατολικό Νότιο Σουδάν, όπου η κατάσταση της υγείας των κοινοτήτων επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο.

Damaris Giuliana/MSF

Τον Ιανουάριο, μια ομάδα επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα πέταξε στο Riang όπου απομακρυσμένες κοινότητες αγωνίζονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε καθαρό νερό, αποχωρητήρια και βασική υγειονομική περίθαλψη. Για πολλά χρόνια η περιοχή πλήττεται από  συνεχείς πλημμύρες και βία, καθιστώντας τις κοινότητες πιο ευάλωτες, ιδιαίτερα τα παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών.

Από τις 9 έως τις 14 Ιανουαρίου, η ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρείχε ιατρικές συνεδρίες σε περίπου 770 άτομα στο Riang. Διένειμε επίσης κιτ που περιείχαν κουνουπιέρες, κουβέρτες, κουβάδες, σαπούνι, καθαριστικά και φίλτρα νερού, καθώς και μουσαμάδες και σχοινιά για κατασκευή καταλυμάτων σε πάνω από 1.000 οικογένειες. Εκτός από το να ενισχύσουν την αξιοπρέπεια των οικογενειών που πλήττονται από πλημμύρες, αυτά τα κιτ περιορίζουν την έκθεσή τους σε θανατηφόρες ασθένειες, όπως η ελονοσία, αναπνευστικές λοιμώξεις και ασθένειες που μεταδίδονται από το νερό. 

«Ένα ανησυχητικό ποσοστό 60% των παιδιών ηλικίας κάτω των πέντε ετών που περιθάλψαμε στην κινητή κλινική μας την περασμένη εβδομάδα, εξετάστηκε και βρέθηκε θετικό για ελονοσία. Μερικά από αυτά ήταν ήδη σε σοβαρή κατάσταση. Είδαμε επίσης ανθρώπους που πάσχουν από ασθένειες για τις οποίες δεν λαμβάνουν θεραπεία, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου αριθμού γυναικών με ύποπτες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, γεγονός που αντανακλά την έλλειψη πόσιμου νερού», δήλωσε ο συντονιστής επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα Roberto Wright. «Οι διεθνείς δωρητές έχουν εξασφαλίσει χρηματοδότηση για άλλους οργανισμούς υγείας που εργάζονται στο Jonglei μόνο για μέχρι τον επόμενο μήνα, οπότε η κατάσταση στην περιοχή ενδέχεται να επιδεινωθεί γρήγορα ακόμα περισσότερο.»

Η μείωση της χρηματοδότησης στο Jonglei αντανακλά μια γενική τάση που αφορά σε ολόκληρο το Νότιο Σουδάν, η οποία έχει αφήσει πολλούς ανθρώπους χωρίς πρόσβαση σε βασική υγειονομική περίθαλψη. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καλούν τους διεθνείς δωρητές να διασφαλίσουν ότι η χρηματοδότηση θα συνεχιστεί για άλλες οργανώσεις υγείας που εργάζονται στην πολιτεία Jonglei, ώστε να μπορούν να παρέχουν υγειονομική περίθαλψη και επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων τροφίμων, νερού και αποχωρητηρίων, σε ανθρώπους που ζουν σε δυσπρόσιτες περιοχές όπως το Riang. Περιτριγυρισμένες από βάλτους, αυτές οι αγροτικές κοινότητες αντιμετωπίζουν μήνες πλημμυρών κατά τη διάρκεια της περιόδου των βροχών και εκτεταμένη βία που επιδεινώνεται από την έλλειψη πόρων, όπως τα τρόφιμα και τα ζώα, κατά τη διάρκεια της ξηρασίας.

Οι άνθρωποι που ζουν σε αυτά τα χωριά αναγκάζονται να περπατήσουν περισσότερο από μία ώρα για να φτάσουν στην πλησιέστερη δωρεάν δομή υγειονομικής περίθαλψης, διασχίζοντας βάλτους ενώ μεταφέρουν ασθενείς σε καλάθια ή πάνω σε μουσαμάδες. Κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών, τα επίπεδα των υδάτων είναι τόσο υψηλά που μόνο εκείνοι που μπορούν να κολυμπήσουν μπορούν να διασχίσουν τους βάλτους για να δουν έναν γιατρό. Εν τω μεταξύ, όσοι χρειάζονται εξειδικευμένη θεραπεία πρέπει να μεταφερθούν στις δομές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Lankien, ένα ταξίδι όπου χρειάζεται να περπατάς αρκετά μερόνυχτα.

Κρατώντας ένα μακρύ ραβδί για να υποστηρίξει τα βήματά της, 47χρονη Nyadeng Wal περπάτησε μαζί με την έφηβη εγγονή της για να φτάσει στην κινητή κλινική της ομάδας επείγουσας παρέμβασης. Το κορίτσι μετέφερε τον αναίσθητο δίχρονο αδελφό της σε ένα καλάθι στο κεφάλι της. “Περάσαμε το βάλτο κατά τη διάρκεια της νύχτας για να τον πάμε σε μια κλινική στο Pathai. Του έδωσαν φάρμακα, αλλά δεν βελτιώθηκε», δήλωσε η Nyadeng. Η ιατρική ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα τον διέγνωσε με σοβαρή ελονοσία. Μετά από σύσταση, η οικογένεια περπάτησε μέχρι τις δομές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Pieri, όπου ο μικρός εισήχθη για θεραπεία.

Η Elizabeth  Nyechot Koeng πήγε επίσης την επτάχρονη κόρη της, Nyepay Riek Puor, στην κινητή κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Riang. Το κορίτσι είχε μια μεγάλη ανοιχτή πληγή στο πλάι του κεφαλιού της από τον περασμένο Σεπτέμβριο. «Το σπίτι μας στο χωριό Pieth κατακλύστηκε από περίπου μισό μέτρο νερού . Έβρεχε τόσο έντονα εκείνο το βράδυ που ο τοίχος κατέρρευσε και η μικρή τραυματίστηκε στο κεφάλι», δήλωσε η Elizabeth. «Όλη η οικογένεια έπρεπε να φύγει. Ο σύζυγός μου έφυγε με τα παιδιά μας και τη μητέρα του για να αναζητήσει ένα ασφαλέστερο μέρος. Η Nyepay αιμορραγούσε, οπότε διέσχισα τον βάλτο με ένα μέλος της οικογένειάς μας για να την πάω στο Pulchol. Περάσαμε τρεις ημέρες σε μια κλινική και στη συνέχεια επιστρέψαμε στο Riang για να αναζητήσουμε την οικογένειά μας.» Πήγαν πολλές φορές σε μια ιδιωτική κλινική στο Pathai, για να την παρακολουθήσουν, αλλά η οικογένεια δεν είχε αρκετά χρήματα για να τελειώσει τη θεραπεία της.

«Η συγκλονιστική εμπειρία της Nyepay και της οικογένειάς της αντιπροσωπεύει την κατάσταση σε πολλά μέρη του Νότιου Σουδάν. Η μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης διαδέχεται την άλλη. Οι παρατεταμένες πλημμύρες, η συνεχιζόμενη βία στην περιοχή και η έλλειψη δωρεάν δομών υγειονομικής περίθαλψης έχουν μειώσει σημαντικά την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, που έχει ως αποτέλεσμα πολλά τραύματα να μην αντιμετωπίζονται κατάλληλα. Εκείνοι που καταφέρνουν να λάβουν κάποια θεραπεία έχουν στη συνέχεια συνήθως ελλιπή παρακολούθηση», δήλωσε ο Wright.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα διεθνώς συμπληρώνουν φέτος 50 χρόνια παρουσίας στις μεγαλύετερες κρίσεις του πλανήτη. Στο Νότιο Σουδάν εργάζονται από το 1983. Αυτή τη στιγμή, αναπτύσσουν προγράμματα σε Bentiu, Aweil, Old Fangak, Lankien, Leer, Maban, Mundri, Malakal, Pieri, Yei, Ulang και παρέχουν  πρόσθετη υποστήριξη έκτακτης ανάγκης για COVID-19 στην Juba. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα  είναι επίσης παρόντες στο Agok, στην περιοχή Abyei. Παρέχουν ιατρική βοήθεια σε άτομα που πλήττονται από συγκρούσεις, επιδημίες, καταστροφές ή τον αποκλεισμό από την υγειονομική περίθαλψη. Οι δράσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα καθοδηγούνται από την ιατρική ηθική και τις αρχές της αμεροληψίας, της ανεξαρτησίας και της ουδετερότητας.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Δήλωση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για την έκθεση προσφύγων που ζουν στο προσωρινό ΚΥΤ Μαυροβουνίου Λέσβου σε μόλυβδο

Δήλωση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για την έκθεση προσφύγων που ζουν στο προσωρινό ΚΥΤ Μαυροβουνίου Λέσβου σε μόλυβδο

Αναφορικά με την ανακοίνωση του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής για τα επίπεδα μολύβδου στο προσωρινό ΚΥΤ Μαυροβουνίου στη Λέσβο, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα τονίζουν ότι είναι εξωφρενικό να γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι έχουν εκτεθεί σε έναν τέτοιο κίνδυνο και είναι ντροπή για την ΕΕ και την ελληνική κυβέρνηση.

MSF

Σύμφωνα με ιατρικές μελέτες, είναι γνωστό ότι ακόμη και χαμηλά επίπεδα μολύβδου σχετίζονται με θάνατο από καρδιαγγειακές βλάβες, ενώ η έκθεση σε μόλυβδο σχετίζεται με ένα ευρύ φάσμα αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία, όπως μειωμένη γονιμότητα, αναπτυξιακές επιδράσεις σε μωρά και παιδιά, βλάβες σε όργανα λόγω παρατεταμένης ή επαναλαμβανόμενης έκθεσης και καρκίνο.

Μια σειρά ερωτημάτων που προκύπτουν πρέπει να απαντηθούν άμεσα. Γιατί δεν ενημέρωσαν νωρίτερα για τη μόλυνση, καθώς σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής είχαν αυτά τα ευρήματα από τις 8 Δεκεμβρίου 2020; Ποια είναι τα ακριβή ευρήματα και ποιες περιοχές έχουν μολυνθεί και σε ποιο βαθμό; Ποια είναι τα διεθνή πρότυπα που χρησιμοποιήθηκαν για αυτή τη μέτρηση; Τα σημερινά στοιχεία δείχνουν ότι δεν υπάρχει ασφαλές επίπεδο έκθεσης σε μόλυβδο. Με βάση ποια επιστημονική ανάλυση, τα μέτρα που ανακοίνωσε το Υπουργείο είναι αρκετά για την προστασία όσων ζουν στον καταυλισμό;

Για άλλη μια φορά, είναι σαφές ότι χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά δεν είναι ασφαλείς στο νησί της Λέσβου, ενώ αυτή η ανάλυση έρχεται ήδη αργά, δηλαδή πέντε μήνες μετά τη δημιουργία του καταυλισμού.

Οι ελληνικές αρχές και η ΕΕ πρέπει να αντιδράσουν αμέσως και να μεταφέρουν τους ανθρώπους σε ασφαλές μέρος τώρα. Φτάνει πια! Αρκετά!

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια σε αιτούντες άσυλο και μετανάστες στην Ελλάδα από το 1996. Το 2014 επαναπροσδιόρισαν τις δράσεις τους στην Ελλάδα, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του αυξανόμενου αριθμού αιτούντων άσυλο, προσφύγων και μεταναστών που έφταναν στα ελληνικά νησιά και την ενδοχώρα από την Τουρκία. Από το 2016, οι ιατρικές ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα παρέχουν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, θεραπεία για χρόνια νοσήματα, υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, φυσιοθεραπεία, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ολοκληρωμένη φροντίδα κοινωνικής στήριξης. Σήμερα οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν προγράμματα στη Λέσβο, τη Σάμο και την Αθήνα.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Βενεζουέλα: Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19

Βενεζουέλα: Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19

Το σύστημα υγείας έχει καταρρεύσει και  η COVID-19 εμποδίζει ακόμη περισσότερα άτομα να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη.

Carlos Becerra/MSF

Από τη Λατινική Αμερική ως την Αφρική και από την Ασία ως την Ευρώπη, η πανδημία έχει κοστίσει εκατομμύρια ζωές. Ταυτόχρονα, έχει επηρεάσει την πρόσβαση των ανθρώπων σε βασικές υπηρεσίες υγείας. Σε πολλά μέρη, οι αλυσιδωτές επιδράσεις της πανδημίας έχουν αφήσει τους ανθρώπους χωρίς περίθαλψη. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, που εργάζονται σε περισσότερες από 70 χώρες σε όλο τον κόσμο, αντιμετωπίζουν συχνά δυσκολίες να ανταποκριθούν τόσο στις άμεσες συνέπειες της COVID-19 όσο και σε άλλες έκτακτες ιατρικές ανάγκες, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις μετακινήσεις και στις αποστολές βασικών ιατρικών προμηθειών.

Στη Βενεζουέλα, σε μία χώρα όπου το σύστημα υγείας έχει καταρρεύσει, η COVID-19 εμπόδισε ακόμη περισσότερα άτομα να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, είτε για χρόνιες ασθένειες, είτε για επείγουσα φροντίδα των παιδιών τους. Στην πρωτεύουσα, Καράκας, το πρόγραμμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για επιζώντες σεξουαλικής βίας έπρεπε να περιορίσει τις δράσεις του, καθώς το μισό προσωπικό απορροφήθηκε σε προγράμματα για COVID-19. Πολλοί από τους ασθενείς των Γιατρών Χωρίς Σύνορα δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν το νοσοκομείο εξαιτίας των ταξιδιωτικών περιορισμών. Ωστόσο, παρά τα εμπόδια, ακόμα και με μειωμένο προσωπικό, η ομάδα εργαζόταν όλο το 24ωρο για να υποστηρίξει τους ασθενείς με κάθε δυνατό τρόπο.

©Carlos Becerra/MSF

Οι ασθενείς περιμένουν έξω από την είσοδο του τμήματος εκτάκτων περιστατικών στο νοσοκομείο Vargas στο Καράκας της Βενεζουέλας. Καθώς το προσωπικό του νοσοκομείου επικεντρώνεται σε ασθενείς με COVID-19, όλο και περισσότερα άτομα στερούνται την πρόσβαση στην περίθαλψη χρόνιων ασθενειών ή ακόμη και την επείγουσα περίθαλψη έκτακτων περιστατικών.

 

©Carlos Becerra/MSF

Ο Alberto Martinez, είναι 35 ετών ζει στο Petare του Καράκας και περιμένει να εμφανιστούν επιβάτες για να τους μεταφέρει με την μοτοσικλέτα-ταξί του. Όταν ο τετράχρονος γιος του, που πάσχει από άσθμα, χρειάστηκε επείγουσα ιατρική βοήθεια, ο πατέρας του δεν μπόρεσε να βρει ανοιχτή ιατρική δομή που να δέχεται ασθενείς με άλλες παθήσεις εκτός από COVID-19.

 

©Carlos Becerra/MSF

Όταν η COVID-19 έπληξε τη Βενεζουέλα, η χώρα ήδη βυθιζόταν σε μια μακροχρόνια οικονομική και ανθρωπιστική κρίση, η οποία επιδεινώθηκε μετά την πανδημία. Το σύστημα υγείας καταρρέει και γίνεται μεγάλος αγώνας για να υπάρξει ανταπόκριση στις βασικές ιατρικές ανάγκες των ανθρώπων. Οι κάτοικοι της Βενεζουέλας πολλές φορές δε μπορούν να λάβουν ιατρική φροντίδα και αυτό είναι μια από τις αλυσιδωτές επιδράσεις της πανδημίας.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία: Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ενισχύουν την υποστήριξή τους καθώς η βία κλιμακώνεται

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία: Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ενισχύουν την υποστήριξή τους καθώς η βία κλιμακώνεται

Σύμφωνα με αναφορές ομάδων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, η ασφάλεια και οι ανθρωπιστικές συνθήκες επιδεινώνονται ραγδαία στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, καθώς κλιμακώνονται οι συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων ομάδων και των κυβερνητικών δυνάμεων που υποστηρίζονται από ξένα στρατεύματα, σε έναν κύκλο συνεχούς βίας που συνδέεται με την εκλογική διαδικασία.

Marco Doneda/MSF

Μετά τις πολυάριθμες επιθέσεις των τελευταίων εβδομάδων σε ολόκληρη τη χώρα, στις 13 Ιανουαρίου έλαβαν μέρος συγκρούσεις  στα περίχωρα της πρωτεύουσας, Bangui. Ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην περιοχή περιέθαλψαν 12 άτομα με τραύματα που σχετίζονται με τη βία.

Πέρα από τα άμεσα θύματα της βίας, οι άνθρωποι σε ολόκληρη τη χώρα έχουν μειωμένη πρόσβαση σε βασικές ιατρικές υπηρεσίες ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ανασφάλειας. Στις 13 Ιανουαρίου, μόλις 14 έγκυες γυναίκες έφτασαν στο μαιευτήριο Castor του Bangui, όπου οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν επείγουσα μαιευτική φροντίδα, σε σύγκριση με έναν ημερήσιο μέσο όρο που ξεπερνά τις 30 γυναίκες.

Ανταποκρινόμενοι στις ανάγκες των εκτοπισμένων και των προσφύγων

Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί από τα σπίτια τους μετά από τον τελευταίο κύκλο βίας, ο οποίος ξεκίνησε πριν από ένα μήνα. Πολλοί ζουν σε πολύ επισφαλείς συνθήκες, τόσο εντός της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας όσο και σε γειτονικές χώρες. 

Στις 3 Ιανουαρίου, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν το Bangassou κατά τη διάρκεια επίθεσης στην πόλη και διέσχισαν τον ποταμό Mbomou για να βρουν καταφύγιο στο χωριό Ndu, της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, οι οποίες υποστηρίζουν τις υπηρεσίες φροντίδας μητέρας και παιδιού στο τοπικό κέντρο υγείας στο Ndu από το 2017, ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εκτοπισμένων.

«Με τη μαζική εισροή προσφύγων στο Ndu, εντατικοποιήσαμε αμέσως την υποστήριξή μας στο κέντρο υγείας φέρνοντας επιπλέον φάρμακα, εμβόλια και πρόσθετο προσωπικό», αναφέρει ο συντονιστής του προγράμματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα Marco Doneda. «Ο αριθμός των ιατρικών συνεδριών έχει αυξηθεί ραγδαία, με περισσότερους από 110 ασθενείς να εμφανίζονται καθημερινά, κατά μέσο όρο, κυρίως γυναίκες και παιδιά που πάσχουν από ελονοσία, διάρροια και αναπνευστικές λοιμώξεις. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες, θα συνεχίσουμε να αυξάνουμε την ανταπόκρισή μας στο κέντρο υγείας τις επόμενες ημέρες, καθώς και την ικανότητά μας να ανταποκρινόμαστε σε πιθανές επιδημίες ενισχύοντας τον τακτικό εμβολιασμό.»

Εκτός από την παροχή ιατρικής περίθαλψης στους πρόσφυγες, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν εγκαταστήσει ένα σύστημα καθαρισμού του νερού το οποίο τροφοδοτεί τρεις δεξαμενές με νερό ποταμού, επεξεργασμένο ώστε να είναι ασφαλές για κατανάλωση.

«Η πρόσβαση στο νερό είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη της εξάπλωσης ασθενειών που μεταδίδονται από το νερό», λέει ο Doneda. «Οι συνθήκες διαβίωσης στο Ndu είναι πολύ φτωχές, με πολύ μικρή πρόσβαση σε δομές υγιεινής.»

Εκτοπισμένοι βρίσκουν καταφύγιο σε νοσοκομείο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα

Στην κεντροαφρικανική πλευρά του ποταμού Mbomou, ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα συνεχίζουν τις ιατρικές τους δραστηριότητες στο περιφερειακό νοσοκομείο Bangassou, το οποίο υποστηρίζεται από τους  Γιατρούς Χωρίς Σύνορα από το 2014. Στις 3 Ιανουαρίου, ημέρα της επίθεσης, περίπου 800 άνθρωποι – οι περισσότεροι από τους οποίους γυναίκες και παιδιά – αναζήτησαν καταφύγιο εντός των χώρων του νοσοκομείου, όπου οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα τους παρείχαν στέγη, καθαρό νερό και ιατρική περίθαλψη. 

«Αν και η κατάσταση έχει σχετικά ηρεμήσει στο Bangassou, τη στιγμή που μιλάμε οι άνθρωποι εξακολουθούν να φοβούνται και σχεδόν 1.600 από αυτούς περνούν τη νύχτα στο νοσοκομείο», λέει ο Doneda. «Εκτός από το νοσοκομείο, άλλα σημεία για εκτοπισμένους έχουν δημιουργηθεί κοντά στο Bangassou. Καθώς ορισμένες μη κυβερνητικές οργανώσεις δραστηριοποιούνται στην περιοχή, αξιολογούμε τώρα την ανάγκη να υποστηρίξουμε και εκεί τους ανθρώπους.»

Τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες, ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα σε όλη τη χώρα περιθάλπουν τους τραυματίες και ανταποκρίνονται στις ανάγκες υγείας των ανθρώπων ως αποτέλεσμα αυτού του νέου ξεσπάσματος βίας. Σε μια χώρα που έχει ήδη πληγεί σκληρά από οκτώ χρόνια εμφυλίου πολέμου, όπου οι άνθρωποι ζουν σε κατάσταση χρόνιας ιατρικής κρίσης, η τρέχουσα ανασφάλεια επιδεινώνει περαιτέρω την ευαλωτότητά τους. Εκτός από την επείγουσα παρέμβαση, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα συνεχίζουν να παρέχουν ζωτική ιατρική περίθαλψη στο Bangui, το Bambari, το Bria, το Bangassou, το Batangafo, το Bossangoa, το Boguila, το Carnot, το Kabo, το Paoua και το Zemio.

 

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα διεθνώς συμπληρώνουν φέτος 50 χρόνια παρουσίας στις μεγαλύετερες κρίσεις του πλανήτη. Στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία εργάζονται από το 1997. Το 2019 με 2.775 άτομα προσωπικό ανέπτυξαν προγράμματα για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία, παρείχαν ιατρική και ψυχολογική φροντίδα για θύματα σεξουαλικής βίας, αντιμετώπισαν την ελονοσία και το HIV και ανταποκρίθηκαν σε ξεσπάσματα βίας και επιδημιών. 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Αιθιοπία: Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική βοήθεια στους ανθρώπους που έχουν πληγεί περισσότερο

Αιθιοπία: Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική βοήθεια στους ανθρώπους που έχουν πληγεί περισσότερο

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στην περιοχή Tigray της βόρειας Αιθιοπίας μετά τις συγκρούσεις που ξέσπασαν στις αρχές Νοεμβρίου του 2020, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη.

MSF

Περίπου 50.000 άνθρωποι έχουν περάσει στο Σουδάν ως πρόσφυγες, ενώ πολλοί άλλοι έχουν εκτοπιστεί στη χώρα και διαμένουν σε πόλεις, απομακρυσμένες περιοχές ή έχουν εγκλωβιστεί λόγω των τοπικών συγκρούσεων. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική περίθαλψη σε κάποιους από τους ανθρώπους που έχουν πληγεί στο Tigray από τα μέσα Δεκεμβρίου.

Στις περιοχές που έχουν πρόσβαση οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, δεκάδες χιλιάδες εκτοπισμένοι ζουν σε εγκαταλελειμμένα κτίρια και εργοτάξια σε βορειοδυτικές και δυτικές περιοχές γύρω από τις πόλεις Shire, Dansha και Humera, ενώ άλλοι έχουν βρει καταφύγιο σε τοπικές κοινότητες στα ανατολικά και νότια της περιοχής. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν πολύ περιορισμένη πρόσβαση σε τρόφιμα, καθαρό νερό, στέγη και υγειονομική περίθαλψη. Ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν ενημερωθεί ότι πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να κρύβονται στα βουνά και σε αγροτικές περιοχές.

Σε ορισμένες από τις περιοχές  που έχουν επισκεφτεί οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα οι γραμμές ηλεκτροδότησης έχουν κοπεί, η παροχή νερού δεν λειτουργεί, τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών έχουν διακοπεί, οι τράπεζες είναι κλειστές και πολλοί άνθρωποι φοβούνται να επιστρέψουν στους τόπους προέλευσής τους λόγω της συνεχιζόμενης ανασφάλειας. Συχνά, δεν έχουν τρόπο να επικοινωνήσουν με τους συγγενείς τους ή να αγοράσουν βασικά είδη διαβίωσης. Μερικοί άνθρωποι φιλοξενούν επίσης μέλη της οικογένειάς τους που έχουν εκτοπιστεί από αλλού στην περιοχή, δημιουργώντας ένα πρόσθετο βάρος για αυτούς. Οι μάχες ξέσπασαν την περίοδο της συγκομιδής σε μια περιοχή όπου οι καλλιέργειες είχαν ήδη υποστεί σοβαρές ζημιές από ακρίδες της ερήμου, περιορίζοντας πολύ την επάρκεια  των τροφίμων. Πριν από την έναρξη των μαχών, σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εξαρτώνταν ήδη από την ανθρωπιστική βοήθεια. Αν και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις και οι τοπικές αρχές διανέμουν τρόφιμα σε ορισμένες περιοχές, αυτά δεν φθάνουν σε όλους.

Στο νότιο Tigray ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα λειτουργούν κινητές κλινικές και επαναλειτουργούν ορισμένες υπηρεσίες σε κέντρα υγείας στις πόλεις Hiwane και Adi Keyih, μαζί με το προσωπικό του Υπουργείου Υγείας. Μεταξύ 18 Δεκεμβρίου και 3 Ιανουαρίου, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Hiwane και το Adi Keyih παρείχαν 1.498 ιατρικές συνεδρίες.

Στο ανατολικό Tigray, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα υποστηρίζουν το νοσοκομείο στο Adigrat, τη δεύτερη πόλη της περιοχής. Όταν μια ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έφτασε στην πόλη στις 19 Δεκεμβρίου, διαπίστωσε ότι το νοσοκομείο, το οποίο εξυπηρετούσε πληθυσμό άνω του ενός εκατομμυρίου, είχε σταματήσει εν μέρει να λειτουργεί. Δεδομένης της επείγουσας κατάστασης, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έστειλαν εξοπλισμό για οξυγόνο και τρόφιμα για ασθενείς και τους φροντιστές τους από το Μεκέλε, 120 χιλιόμετρα πιο νότια, και παρέπεμψαν τους ασθενείς στο νοσοκομείο Afder στην πρωτεύουσα της περιοχής. Από τις 23 Δεκεμβρίου, οι ιατρικές ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν αναλάβει τη μονάδα επειγόντων του νοσοκομείου, καθώς και το ιατρικό, χειρουργικό, παιδιατρικό και μαιευτικό τμήμα. Παρέχουν, επίσης, φροντίδα σε εξωτερικά ιατρεία για παιδιά κάτω των πέντε ετών. Συνολικά, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα φρόντισαν 760 ασθενείς στη μονάδα επειγόντων του νοσοκομείου Adigrat από τις 24 Δεκεμβρίου έως τις 10 Ιανουαρίου.

Στο κεντρικό Tigray, τόσο δυτικά όσο οι πόλεις Adwa, Axum και Shire, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν σε εκτοπισμένους βασική υγειονομική περίθαλψη και υποστηρίζουν δομές υγείας που δεν διαθέτουν βασικό εξοπλισμό, όπως φάρμακα, οξυγόνο και τρόφιμα για τους ασθενείς. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα εκτιμούν ότι περίπου 3 με 4 εκατομμύρια ανθρώπων στο κεντρικTigray δεν έχουν πρόσβαση σε βασική υγειονομική περίθαλψη.

Στις δυτικές πόλεις Mai Kadra και Humera, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρείχαν υποστήριξη σε κέντρα υγείας.Έχουν  υποστηρίξει επίσης έως και 2.000 εσωτερικά εκτοπισμένους, παρέχοντάς τους ιατρικές υπηρεσίες, νερό, είδη προσωπικής υγιεινής και αποχωρητήρια έκτακτης ανάγκης. Οι περισσότεροι από τους εσωτερικά εκτοπισμένους δεν βρίσκονται πλέον εκεί.

Πριν από τις συγκρούσεις, ο πληθυσμός στο Tigray ήταν περίπου 5,5 εκατομμύρια, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 100.000 εσωτερικά εκτοπισμένων και 96.000 προσφύγων που εξαρτώνταν ήδη από την επισιτιστική βοήθεια, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Εκτός από τις δράσεις στο Tigray, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρείχαν υγειονομική περίθαλψη σε χιλιάδες εκτοπισμένους στα σύνορα της περιοχής Αμάρα από τον Νοέμβριο. Έχουν επίσης υποστηρίξει αρκετές υγειονομικές δομές με ιατρικό εξοπλισμό και παρείχαν εκπαιδεύσεις στο προσωπικό του Yπουργείου Yγείας. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ανταποκρίνονται επίσης στις ανάγκες των προσφύγων της Αιθιοπίας πέρα από τα σύνορα στο Σουδάν.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ