Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα και οι Koza Mostra στέλνουν ένα ξεχωριστό μήνυμα αλληλεγγύης

Η επίσημη παρουσίαση του τραγουδιού που αναφέρεται στη ζωή ενός παιδιού-πρόσφυγα και η πρωτότυπη συνεργασία με την οργάνωση ανακοινώθηκε σήμερα, Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020, στο πλαίσιο Συνέντευξης Τύπου που δόθηκε στον πολυχώρο Πολιτισμού και Αθλητισμού “WE, στη Θεσσαλονίκη με τη συμμετοχή εκπροσώπων του συγκροτήματος και των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

 «Πρόκειται για μια συνάντηση του ανθρωπισμού με την τέχνη που μας χαροποιεί ιδιαιτέρως. Η ιδέα και πρόταση των Koza Mostra να μιλήσουν μέσα από τη μουσική για τη μετακίνηση πληθυσμών, ένα διαχρονικό αλλά και πολύ επίκαιρο θέμα, με το οποίο οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συνδεόμαστε άρρηκτα, μας βρήκε πολύ θετικούς ακριβώς επειδή  αυτό γίνεται με έναν πολύ άμεσο και δυνατό τρόπο», αναφέρει ο Βασίλης Στραβαρίδης, Γενικός Διευθυντής του ελληνικού τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

 «“Requiem” διότι αν και δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η τελευταία μας ανάσα,  αυτά για τα οποία τραγουδάμε θα ηταν μέρος του τελευταίου μας απολογισμού. Με το “Requiem” θέλουμε να προβληματίσουμε όσους δεν έχουν ακόμα προβληματιστεί και να διχάσουμε ατομικά τη σκέψη του καθενός, βγάζοντας τον από τη λήθη της μοναδικότητας. Μόνο αισιοδοξία χρειάζεται για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε πρώτα τους εαυτούς μας και μετά την κοινωνία. Στο ταξίδι αυτό βρεθήκαμε μαζί με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα γιατί θέλουμε να βοηθήσουμε αυτούς που η δουλειά τους είναι να βοηθούν και να προσφέρουν άμεσα σε όσους το έχουν ανάγκη.», δηλώνουν οι Koza Mostra.

Γιατροί Χωρίς Σύνορα και Koza Mostra

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια σε αιτούντες άσυλο και μετανάστες στην Ελλάδα από το 1996. Το 2014 επαναπροσδιόρισαν τις δράσεις τους στην Ελλάδα, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του αυξανόμενου αριθμού αιτούντων άσυλο, προσφύγων και μεταναστών που έφταναν στα ελληνικά νησιά και την ενδοχώρα από την Τουρκία. Από το 2016, οι ιατρικές ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα παρέχουν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, θεραπεία για χρόνια νοσήματα, υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, φυσιοθεραπεία, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ολοκληρωμένη φροντίδα κοινωνικής στήριξης. Σήμερα  έχουν προγράμματα στη Λέσβο, τη Σάμο και την Αθήνα. Παράλληλα διενεργούν επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης στην κεντρική Μεσόγειο καταδικάζοντας την αδράνεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

«Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα βρισκόμαστε δίπλα σε ανθρώπους που εγκαταλείπουν τις εστίες τους απειλούμενοι από πόλεμο, διώξεις,  φυσικές καταστροφές ή ακραία κοινωνικά φαινόμενα αναζητώντας ασφάλεια και διεκδικώντας το δικαίωμα σε μια καλύτερη ζωή. Τοποθετούμαστε δημόσια και δυνατά για όσα βλέπουμε στο πεδίο δράσης που συνήθως είναι γκρίζα και δυσάρεστα. Η μουσική έχει έναν πιο «φωτεινό» τρόπο να ταξιδεύει τα μηνύματα στους αποδέκτες. Θέλουμε , λοιπόν, μέσα από αυτή  τη συνεργασία να στείλουμε ένα δυνατό μήνυμα αλληλεγγύης φωτίζοντας ουσιαστικά τις ιστορίες των ανθρώπων αυτών», συμπληρώνει ο Βασίλης Στραβαρίδης.

Οι Koza Mostra, δημιουργήθηκαν το 2012 στη Θεσσαλονίκη από τον μουσικοσυνθέτη Ηλία Κόζα. Τους χαρακτηρίζει το ιδιαίτερο μουσικό τους κράμα που «μπλέκει» μουσικά είδη όπως η ska, η ethnic και η rock ενώ ταυτόχρονα δανείζεται επιρροές από το ρεμπέτικο.

Γιατροί Χωρίς Σύνορα και Koza Mostra

Το 2013 κυκλοφορούν το ντεμπούτο album τους με τίτλο “Keep Up the Rhythm” το οποίο έγινε πολυπλατινένιο πουλώντας περισσότερα από 150.000 αντίτυπα σε Ελλάδα και Εξωτερικό. Την ίδια χρονιά, με το “Alcohol Is Free” και τον Αγάθωνα Ιακωβίδη αφήνουν το κοινωνικοπολιτικό τους στίγμα στον διαγωνισμό  της Eurovision, κάτι το οποίο έγινε δεκτό από το κοινό με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό. Στα τέλη του 2017 έρχεται η κυκλοφορία του δεύτερού τους album με τίτλο “Corrida”, στο οποίο παρομοιάζουν την σκληρή μάχη ενάντια στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα με ταυρομαχία. Σήμερα, είναι περήφανοι για την κυκλοφορία του “Requiem”, ενώ παράλληλα βρίσκονται στον δρόμο πραγματοποιώντας συναυλίες σε Ελλάδα και εξωτερικό και ταυτόχρονα ετοιμάζουν τον τρίτο τους δίσκο.

Η συνεργασία των Koza Mostra με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα εντάσσεται στο πλαίσιο μιας σειράς συνεργειών με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού τμήματος της οργάνωσης.

Το video clip του νέου τραγουδιού των Koza Mostra είναι διαθέσιμο εδώ:

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Μία νύχτα στο κατάστρωμα του Ocean Viking

Στις 20 Δεκεμβρίου 2019, το Ocean Viking διέσωσε 112 ανθρώπους που επέβαιναν σε φουσκωτή βάρκα 32 ναυτικά μίλια ανοιχτά της Λιβύης. Οι 21 από αυτούς ήταν στο κέντρο κράτησης του Ταζούρα, όταν έγινε στόχος πολύνεκρης αεροπορικής επιδρομής πριν από πέντε μήνες. Οι ιστορίες τους, όπως τις αφηγήθηκαν στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, δείχνουν το μαρτύριο των μεταναστών και των προσφύγων στη Λιβύη: Μετέωροι, στη δίνη ενός πολέμου και εγκλωβισμένοι σε έναν ατελείωτο κύκλο βίας.

Της Νατάσα Λέβερ, Γιατροί Χωρίς Σύνορα​

Είναι λίγο πριν από την αυγή της 20ης Δεκεμβρίου –η πιο σκοτεινή ώρα της πιο σκοτεινής εποχής του χρόνου– και μόλις που φαίνεται ένας χλωμός όγκος να επιπλέει στη μαύρη θάλασσα. Όπως μαθαίνουμε αργότερα, η άσπρη φουσκωτή βάρκα έπλεε ακυβέρνητη όλη τη νύχτα στα διεθνή ύδατα ανοιχτά της Λιβύης με 112 επιβαίνοντες.

Η πρύμνη της βάρκας χάνει αέρα εδώ και κάποια ώρα και οι άνθρωποι αρχίζουν να πανικοβάλλονται. Αν το Ocean Viking –το πλοίο έρευνας και διάσωσης με το οποίο επιχειρούν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα και η SOS Méditerranée στην κεντρική Μεσόγειο– είχε φτάσει 30 λεπτά αργότερα, μπορεί να ήταν πολύ αργά.

Οι διασώστες επιβιβάζουν 15 ανθρώπους σε μια σωσίβια λέμβο για να ελαττώσουν την πίεση στην υπερφορτωμένη φουσκωτή βάρκα. Στη συνέχεια, καθώς χαράζει, διεξάγουν προσεκτικά την επιχείρηση διάσωσης, μεταφέροντας τους ανθρώπους, σε ομάδες των 12, στο Ocean Viking.

Πρώτα ανεβαίνουν στο πλοίο οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Τα μωρά μόλις που φαίνονται μέσα στα ογκώδη σωσίβια. Τελευταία φτάνει μια ομάδα νεαρών Σομαλών αντρών με γυμνά πόδια, που χαμογελούν με ανακούφιση καθώς πατούν στο κατάστρωμα.

Περισσότεροι από τους μισούς ανθρώπους που διασώθηκαν εκείνο το πρωί προέρχονται από τη Σομαλία, ενώ σχεδόν οι μισοί από αυτούς –18 άντρες, 2 γυναίκες και 1 μωρό– ταξιδεύουν μαζί. Αργότερα, αφού στεγνώσουν, φάνε και ξεκουραστούν, μαζεύονται ξανά σε ένα από τα πολλά κοντέινερ που χρησιμοποιούνται ως υπόστεγα και μιλούν για το πώς γνωρίστηκαν.

Ocean Viking Διάσωση

Johan Persson

 «Γνωριστήκαμε στη Λιβύη. Ήμασταν όλοι μαζί στο κέντρο κράτησης του Ταζούρα» λέει ο Χασάν.

Το Ταζούρα είναι ένα από τα επίσημα κέντρα κράτησης της Λιβύης, όπου μετανάστες και πρόσφυγες κρατούνται αυθαίρετα, συχνά σε άθλιες συνθήκες, επ’ αόριστον.

«Δεν είμαι εγκληματίας, αλλά ήμουν στη φυλακή στη Λιβύη τρία χρόνια» λέει ο Χασάν. Περιγράφει τις απάνθρωπες συνθήκες στις οποίες κρατούνταν, την καταναγκαστική εργασία που έκανε και την τακτική τιμωρία από τους φρουρούς, στους οποίους αναφέρεται ως «αστυνόμους».

«Το φως του ήλιου δεν έμπαινε στο Ταζούρα. Υπήρχαν γυναίκες με μωρά. Μας κρατούσαν σε κλειστά υπόστεγα, χωριστά τους άντρες και τις γυναίκες. Μας έβγαζαν έξω να δουλέψουμε όλη μέρα και γυρίζαμε στο υπόστεγο τα μεσάνυχτα. Οι αστυνόμοι μάς χτυπούσαν. Άρπαζαν τις γυναίκες, τις χαστούκιζαν και τις βίαζαν.»

Μία από τις νέες γυναίκες, που φοράει ένα κόκκινο παλτό και έχει ένα μωρό στα πόδια της, κουνάει το κεφάλι επιβεβαιώνοντας σιωπηλά.

«Δεν σέβονται τις γυναίκες, δεν σέβονται τα μωρά, δεν σέβονται κανέναν» λέει ο Χασάν. «Αν προσπαθήσεις να αποδράσεις, σε πυροβολούν.»

Το κέντρο κράτησης του Ταζούρα, που βρίσκεται κοντά σε μια στρατιωτική αποθήκη, χτυπήθηκε πρώτη φορά από οβίδες τη νύχτα της 7ης Μαΐου. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έκανε έκκληση για την εκκένωση του κέντρου κράτησης.

Ωστόσο, δύο μήνες αργότερα, 600 άνθρωποι παρέμεναν έγκλειστοι εκεί, όταν χτυπήθηκε από δύο αεροπορικές επιδρομές τη νύχτα της 2ας Ιουλίου. Τουλάχιστον 50 άνθρωποι σκοτώθηκαν επιτόπου. Ήταν το πιο πολύνεκρο συμβάν για τους αμάχους αφότου ξεκίνησαν οι συγκρούσεις.

«Η πρώτη επίθεση έγινε κοντά στο υπόστεγο όπου βρισκόμουν» λέει η Φαντούμα, η νέα γυναίκα με το κόκκινο παλτό. «Όταν συνέβη, οι πόρτες ήταν κλειστές και ήταν σκοτάδι. Κανείς δεν ήρθε να μας βοηθήσει.»

Ocean Viking Εσωτερικό

Johan Persson

Στον πανικό που ακολούθησε, η Φαντούμα λέει ότι κάποιοι κατάφεραν να βγουν από το υπόστεγο και προσπάθησαν να δραπετεύσουν, αλλά οι φρουροί τούς έπιασαν και τους έκλεισαν πάλι μέσα. «Εκεί που τους έκλεισαν έπεσε η δεύτερη βόμβα. Δεν μπορούσες να δεις τίποτα, μόνο πέτρες και αίμα».

Σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές, τα θύματα της αεροπορικής επιδρομής που έπληξε το υπόστεγο ήταν κυρίως άντρες, όμως και το υπόστεγο των γυναικών υπέστη ζημιές από την έκρηξη. Η Φαντούμα λέει ότι τραυματίστηκε και πήγε στο νοσοκομείο μαζί με την Μπιλάν.

Μια γυναίκα έγκυος σε δίδυμα, η οποία διασώθηκε τον Οκτώβριο από το Ocean Viking, είχε περιγράψει στο προσωπικό των Γιατρών Χωρίς Σύνορα πώς κόντεψε να αποβάλει όταν βρήκε το νεκρό σώμα του άντρα της, που σκοτώθηκε στο κέντρο κράτησης του Ταζούρα εκείνη τη νύχτα.

Πολλοί από όσους επέζησαν από τις επιθέσεις υπέστησαν ψυχολογικό τραύμα, όπως μαρτυρούν οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λιβύη. «Υπήρχαν άνθρωποι που τρελάθηκαν μετά την αεροπορική επίθεση» λέει η Φαντούμα.

Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, 53 άνθρωποι σκοτώθηκαν στο Ταζούρα εκείνη τη μέρα, ωστόσο οι διασωθέντες από το Ocean Viking αναφέρουν ότι ο πραγματικός αριθμός των νεκρών ήταν σχεδόν διπλάσιος.

«Πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν στο Ταζούρα, πάνω από 100» λέει ο Χασάν. «Σε εκείνο το υπόστεγο ήταν περισσότεροι από 105 άνθρωποι. Ήξερα όλους τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν.»

Αφού πήραν εξιτήριο από το νοσοκομείο, η Φαντούμα και η Μπιλάν μεταφέρθηκαν στο κέντρο συγκέντρωσης και αναχώρησης των Ηνωμένων Εθνών (γνωστό ως GDF)  ​στην Τρίπολη, το οποίο δημιουργήθηκε το 2018 ως κέντρο διέλευσης για ευάλωτα άτομα που περιμένουν να μετεγκατασταθούν.

Τις μέρες μετά τον βομβαρδισμό κι άλλοι άνθρωποι που είχαν επιζήσει από την επίθεση έφτασαν στο ήδη ασφυκτικά γεμάτο GDF, όμως, σύμφωνα με αυτή την ομάδα, δεν τους επιτράπηκε η είσοδος στο κέντρο, παρόλο που ήταν εξαιρετικά ευάλωτοι.

Σύμφωνα με αυτή την ομάδα, μόνο σε 45 άτομα που είχαν επιζήσει από την αεροπορική επιδρομή επιτράπηκε να μείνουν στο GDF σε αναμονή μετεγκατάστασης. Οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να φύγουν από το κέντρο και να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους στους δρόμους της Τρίπολης. Η Φαντούμα έμεινε τέσσερις μήνες στο GDF, αλλά τελικά αναγκάστηκε και αυτή να φύγει.

Ο Χασάν περιγράφει πόσο απεγνωσμένοι ένιωθαν όλοι, «χωρίς βοήθεια, χωρίς δουλειά –δεν ήξεραν πού να πάνε, δεν ήξεραν πού να κινηθούν».

Τους τελευταίους εννέα μήνες, καθώς έχουν κλιμακωθεί οι συγκρούσεις, όλο και περισσότεροι μετανάστες και πρόσφυγες αναγκάζονται να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους στους δρόμους της Λιβύης. Μερικά επίσημα κέντρα κράτησης στη Λιβύη έχουν κλείσει, μεταξύ αυτών στο Χομς, το Καραρίν και το Κασρ Μπιν Γκασίρ, ενώ όλο και περισσότεροι άνθρωποι που αναχαιτίζονται στη θάλασσα από τη λιβυκή ακτοφυλακή και επιστρέφονται στη Λιβύη αναγκάζονται να επιβιώσουν χωρίς βοήθεια.

Στους δρόμους, κινδυνεύουν να απαχθούν από συμμορίες, διακινητές και ένοπλες ομάδες και να μεταφερθούν σε ανεπίσημα κέντρα κράτησης, όπου υφίστανται σωματική βία, καταναγκαστική εργασία και πωλούνται σε κυκλώματα εμπορίας ανθρώπων.

«Οι Σομαλοί αντιμετωπίζουν προβλήματα στη Λιβύη» λέει ο Μαχάντ, ένας μεγαλύτερος σε ηλικία άντρας. «Οι Σομαλοί δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν μέσα στην πόλη επειδή τους πιάνουν οι διακινητές. Το GDF ήταν ένα ασφαλές μέρος. Πώς θα επιζήσουν έξω, ποιος θα τους βοηθήσει;»

Θεωρώντας ότι δεν είχαν άλλη επιλογή, αυτή η ομάδα Σομαλών αποφάσισε να επιχειρήσει να διασχίσει την κεντρική Μεσόγειο με μια βάρκα διακινητών, παρά τους κινδύνους. 

Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, το 2019 753 άνθρωποι –2 άνθρωποι τη μέρα– πέθαιναν ή κηρύσσονταν αγνοούμενοι στην κεντρική Μεσόγειο, την πλέον θανάσιμη μεταναστευτική οδό του κόσμου.

Η φασαρία στο υπόστεγο δυναμώνει. Μιλούν όλοι μαζί για τη φρίκη, τους κινδύνους και τους εξευτελισμούς που έζησαν το διάστημα που ήταν στη Λιβύη. Οι φωνές τους μπλέκονται με τον ήχο των τραγουδιών στα αραβικά και των κρουστών της Δυτικής Αφρικής, καθώς οι άνθρωποι στο κατάστρωμα γιορτάζουν τη διάσωσή τους. Όπως λένε, στη διάρκεια της μακράς νύχτας πάνω στη φουσκωτή βάρκα που έχανε αέρα πίστευαν ότι θα πεθάνουν.  

Η Φαντούμα υψώνει τη φωνή της για να ακουστεί πάνω από τη φασαρία. «Ξέρετε ότι στη Σομαλία εδώ και χρόνια υπάρχουν συγκρούσεις και πόλεμοι» λέει. «Γι’ αυτό φύγαμε από τη Σομαλία, γι’ αυτό αναζητούσαμε έναν τρόπο να φτάσουμε στην Ευρώπη. Όμως αυτά που ζήσαμε στη Λιβύη ήταν πολύ χειρότερα απ’ ό,τι περάσαμε στη Σομαλία.»

Η Φαντούμα και οι σύντροφοί της έχουν επιζήσει από έναν πόλεμο στην πατρίδα τους, ένα δύσκολο ταξίδι, κράτηση στη Λιβύη, μια φονική αεροπορική επιδρομή και έναν επικίνδυνο διάπλου της Μεσογείου. Τελικά, δύο μέρες μετά τη διάσωσή τους από το Ocean Viking, η Ιταλία δέχεται να τους προσφέρει ένα ασφαλές λιμάνι. 

Καθώς περιμένουν να αποβιβαστούν στο λιμάνι του Τάραντα στη νότια Ιταλία, οι Σομαλοί δείχνουν να αδημονούν. Το κατάστρωμα έχει σταματήσει να ταλαντεύεται και επικρατεί ησυχία. Ένας-ένας, κρατώντας σάκους με τα λιγοστά τους υπάρχοντα, οι διασωθέντες κατεβαίνουν τη σκάλα αποβίβασης. Κατευθύνονται προς ένα πλήθος υπαλλήλων που φορούν μάσκες και στολές προστασίας, μια συστάδα σκηνών που στήθηκαν βιαστικά στην αποβάθρα και την ευκαιρία να αρχίσουν μια νέα, πιο ασφαλή ζωή στην Ευρώπη.

Την περασμένη εβδομάδα, τουλάχιστον 1.100 άνθρωποι επιχείρησαν να διαφύγουν από τη Λιβύη διασχίζοντας τη Μεσόγειο. Από αυτούς, 602 άνθρωποι –ανάμεσά τους πολλές γυναίκες και παιδιά– αναχαιτίστηκαν και επιστράφηκαν στην Τρίπολη από τη λιβυκή ακτοφυλακή. Παράλληλα, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λιβύη αναφέρουν νέες μάχες και σφοδρούς βομβαρδισμούς. Καθώς οι κίνδυνοι αυξάνονται και δεν υπάρχει κάποιο ασφαλές καταφύγιο, πόσοι ακόμη άνθρωποι θα έχουν ως μόνη επιλογή να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους σε μια ακατάλληλη βάρκα στην κεντρική Μεσόγειο;

***Τα ονόματα δεν είναι τα πραγματικά.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Μη στερείτε την περίθαλψη από παιδιά με σοβαρά νοσήματα που ζουν στη Μόρια

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα κάνουν έκκληση στην ελληνική κυβέρνηση να λάβει μέτρα για αυτό το πολύ σοβαρό ιατρικό ζήτημα και να μεταφέρει όλα τα παιδιά με σοβαρά προβλήματα υγείας στην ηπειρωτική Ελλάδα ή σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου θα μπορούν να έχουν την κατάλληλη ιατρική φροντίδα.

«Η κόρη μου, Ζάχρα, πάσχει από αυτισμό αλλά είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε σε ένα πολύ μικρό χώρο χωρίς σχεδόν καθόλου ρεύμα. Την πιάνουν συχνά επιληπτικές κρίσεις μέσα στο  βράδυ και δεν υπάρχει κανείς να μας βοηθήσει. Το μόνο που θέλω είναι να είμαστε σε ένα μέρος, όπου η κόρη μου θα μπορεί να παίξει σαν τα άλλα παιδιά και να την δει ένας καλός γιατρός.» λέει η Σαμσεγιέ από το Αφγανιστάν που μένει στη Μόρια.

Από τις 11 Ιούλιου 2019, η ελληνική κυβέρνηση διέκοψε την πρόσβαση σε δημόσια φροντίδα υγείας για τους αιτούντες άσυλο που φτάνουν στην Ελλάδα, αφήνοντας περισσότερους από 55.000 ανθρώπους χωρίς ιατρική περίθαλψη.

Από τον Μάρτιο του 2019, οι γιατροί στην παιδιατρική κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έξω από τον ΚΥΤ της Μόριας στη Λέσβο έχουν δει πάνω από 270 παιδιά με χρόνια και σύνθετα νοσήματα, όπως καρδιοπάθειες, επιληψία και διαβήτη. Τα παιδιά αυτά χρειάζονται εξειδικευμένη περίθαλψη, την οποία δεν μπορεί να τους προσφέρει η κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Το δημόσιο νοσοκομείο στη Μυτιλήνη, επίσης, δεν δύναται να προσφέρει φροντίδα σε αυτόν τον πρόσθετο αριθμό ασθενών, ενώ ορισμένες εξειδικευμένες υπηρεσίες δεν είναι καν διαθέσιμες.

«Βλέπουμε πολλά παιδιά με σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία είναι αναγκασμένα να ζουν σε σκηνές, κάτω από άθλιες και ανθυγιεινές συνθήκες, χωρίς πρόσβαση στην εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα και τα φάρμακα που χρειάζονται» εξηγεί ο Απόστολος Βεΐζης, διευθυντής προγραμμάτων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα. «Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα βρίσκονται σε συζητήσεις με τις ελληνικές αρχές προκειμένου να μεταφέρουν παιδιά στην ηπειρωτική χώρα για επείγουσα ιατρική περίθαλψη. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι ορισμένα παιδιά εξετάστηκαν, κανένα δεν έχει μεταφερθεί ακόμα..»

Anna Pantelia/MSF

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν καταγγείλει επανειλημμένα τη Μόρια ως  μία ανθρώπινη τραγωδία που προκαλείται από τις πολιτικές των κυβερνήσεων. Η τρέχουσα κατάσταση δείχνει καθαρά, για άλλη μια φορά, ότι οι μεταναστευτικές πολιτικές που δημιούργησε η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας του 2016 προκαλούν αδικαιολόγητο πόνο και θέτουν πολλές ζωές σε κίνδυνο.

«Η απροθυμία της κυβέρνησης να βρει μια γρήγορη και συστηματική λύση για αυτά τα παιδιά, μεταξύ των οποίων και αρκετά βρέφη, έχει ως συνέπεια την επιβάρυνση της υγείας τους, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μόνιμες βλάβες ή ακόμη και στον θάνατο. Τα παιδιά, οι γυναίκες και οι άντρες πληρώνουν το άδικο τίμημα των μεταναστευτικών πολιτικών που βασίζονται στην αποτροπή. Η στέρηση της φροντίδας υγείας από παιδιά με σοβαρά νοσήματα είναι η τελευταία κυνική ενέργεια, και είναι πραγματικά αδιανόητη» λέει ο Βασίλης Στραβαρίδης, Γενικός Διευθυντής του ελληνικού τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα κάνουν έκκληση ακόμη μία φορά για:

•          Την άμεση μεταφορά – μέσω ενός συστήματος τακτικών μετακινήσεων – από τη Λέσβο όλων των ανθρώπων με χρόνια και σύνθετα προβλήματα υγείας, με προτεραιότητα στα παιδιά, σε κατάλληλη στέγη κοντά σε  υπηρεσίες που θα τους εξασφαλίζουν εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα.

•          Την άμεση παροχή πρόσβασης σε δωρεάν, έγκαιρη και επαρκή φροντίδα υγείας για κάθε αιτούντα άσυλο και ασυνόδευτο ανήλικο στην Ελλάδα.

•          Τον τερματισμό του εγκλωβισμού των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο σε άθλιες και απάνθρωπες συνθήκες στη Λέσβο.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια σε αιτούντες άσυλο και μετανάστες στην Ελλάδα από το 1996. Το 2014 επαναπροσδιόρισαν τις δράσεις τους στην Ελλάδα, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του αυξανόμενου αριθμού αιτούντων άσυλο, προσφύγων και μεταναστών που έφταναν στα ελληνικά νησιά και την ενδοχώρα από την Τουρκία. Από το 2016, οι ιατρικές ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα παρέχουν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, θεραπεία για χρόνια νοσήματα, υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, φυσιοθεραπεία, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ολοκληρωμένη φροντίδα κοινωνικής στήριξης. Σήμερα οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν προγράμματα στη Λέσβο, τη Σάμο και την Αθήνα.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Απόγνωση και εκτοπισμός στη βορειοδυτική Συρία

Το βόρειο τμήμα του Ιντλίμπ, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, φιλοξενούσε ήδη περίπου 1,5 εκατομμύριο ευάλωτους ανθρώπους, και σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη πάνω από 300.000 άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους από την 1η Δεκεμβρίου, κυρίως στο νότιο Ιντλίμπ. Είναι φοβισμένοι, ξεριζωμένοι και ευάλωτοι, ενώ ο συνωστισμός, οι περιορισμένες επιλογές στέγασης, οι χαμηλές θερμοκρασίες στα βουνά και η ανεπαρκής παροχή βοήθειας δημιουργούν μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση γι’ αυτούς.

«Αυτά που ακούμε στις κινητές μονάδες μας είναι πολύ ανησυχητικά» αναφέρει τεχνικός υπεύθυνος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Παρά τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, οι άνθρωποι μάς λένε ότι φοβούνται τον ήλιο και τον θεωρούν κακό σημάδι. Λένε ότι τα αεροπλάνα βομβαρδίζουν όταν ο ουρανός είναι καθαρός, επομένως προτιμούν τις κρύες μέρες με συννεφιά και βροχή. Για τις επόμενες μέρες προβλέπεται ηλιοφάνεια…»

Εξαιτίας της κλιμάκωσης της βίας, αρκετά νοσοκομεία βομβαρδίστηκαν και έπαψαν να λειτουργούν, όπως το νοσοκομείο του Μααράτ Αλ Νουμάν, το μεγαλύτερο νοσοκομείο στην περιοχή του νότιου Ιντλίμπ. Άλλα νοσοκομεία εκκενώθηκαν, καθώς οι εχθροπραξίες επεκτάθηκαν μέχρι την περιοχή τους. Τα νοσοκομεία που βρίσκονται βορειότερα αγωνίζονται να αντεπεξέλθουν και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν δωρίσει ιατρικό υλικό σε αρκετά νοσοκομεία για να υποστηρίξουν τις αυξημένες δραστηριότητές τους.

Καθώς έχουν φτάσει νέες οικογένειες κατά κύματα, οι ομάδες των κινητών μονάδων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητές τους, διανέμοντας κουβέρτες, πέλλετ ξύλου που κατασκευάζονται στην περιοχή για θέρμανση και άλλα είδη προστασίας από το κρύο, ενώ η ομάδα για θέματα ύδρευσης και υγιεινής έχει αυξήσει τον ρυθμό κατασκευής αποχωρητηρίων σε περιοχές όπου συγκεντρώνονται οικογένειες νεοαφιχθέντων, καθώς και τις ποσότητες του πόσιμου νερού που παρέχονται.

Οι ομάδες που παρέχουν ιατρική φροντίδα στον καταυλισμό του Ντέιρ Χασάν στο διαμέρισμα Αντ Ντανά, είδαν εκτοπισμένους να φτάνουν στη διάρκεια των επιχειρήσεων. «Λένε ότι το ταξίδι ήταν πολύ δύσκολο» λέει ο Αχμέντ, νοσηλευτής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Άφησαν τα πάντα και διέφυγαν όταν κάποιοι εθελοντές τούς βρήκαν ένα όχημα. Κάποιες άλλες οικογένειες έφυγαν τη νύχτα, αλλά οδηγούσαν χωρίς φώτα, με αποτέλεσμα να συμβούν ατυχήματα στους δρόμους.»

Ο καταυλισμός του Ντέιρ Χασάν αποτελείται από πολλούς αυτοσχέδιους οικισμούς, όπου έφτασαν περισσότεροι από 11.000 άνθρωποι τις τελευταίες τρεις εβδομάδες. Οι εκτοπισμένοι έλαβαν μόνο ένα μικρό πακέτο τροφίμων έκτακτης ανάγκης με κονσέρβες, αλλά δεν τους δόθηκε ούτε κατάλυμα, ούτε συσκευές θέρμανσης. Μια μητέρα τεσσάρων παιδιών ανέφερε ότι η οικογένειά της μαζί με μια άλλη οικογένεια έξι ατόμων έδωσαν όλα τους τα χρήματα για να αγοράσουν μια σκηνή, επειδή δεν μπορούσαν να αφήσουν τα παιδιά τους χωρίς κατάλυμα σε τόσο χαμηλές θερμοκρασίες. Μερικές οικογένειες μοιράζονται μια σκηνή με συγγενείς, όμως οι σκηνές αυτές γρήγορα γεμίζουν ασφυκτικά. Συνολικά οι συνθήκες παραμένουν άθλιες. Για να ανταποκριθούν στην αύξηση των εσωτερικά εκτοπισμένων στον καταυλισμό του Ντέιρ Χασάν, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν μια δεύτερη κινητή μονάδα για την παροχή βασικής φροντίδας υγείας.

Δυτικότερα, στο διαμέρισμα Χαρέμ, μια ορεινή περιοχή του βόρειου Ιντλίμπ, μια ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα διένειμε στις 7 Ιανουαρίου είδη προστασίας από το κρύο σε 52 οικογένειες που μόλις είχαν φτάσει. Είχαν διαφύγει από έναν καταυλισμό εκτοπισμένων που βρισκόταν πιο κοντά στις γραμμές του μετώπου. Για κάποιες οικογένειες ήταν η τρίτη ή τέταρτη φορά που αναγκάζονταν να διαφύγουν για να σωθούν. «Καθώς πάνω από ένα εκατομμύριο εκτοπισμένοι βρίσκονται ήδη στην περιοχή, η έλλειψη στέγης και η σχεδόν αποκλειστική εξάρτηση από την παροχή βοήθειας είναι κρίσιμα προβλήματα» λέει ο Κρίστιαν Ρέντερς, συντονιστής προγράμματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για το βόρειο Ιντλίμπ. «Μερικές φορές δεν υπάρχει χώρος για τους νεοαφιχθέντες στους επίσημους καταυλισμούς, ενώ σε άλλους καταυλισμούς οι εκτοπισμένοι πρέπει να φέρουν τη δική τους σκηνή ή κατάλυμα. Υπάρχουν οργανώσεις που εργάζονται για να το επιλύσουν αυτό, αλλά προς το παρόν αποτελεί μεγάλο πρόβλημα. Επιπλέον, υπάρχουν πολύ λίγες ευκαιρίες εργασίας, ενώ οι τιμές των τροφίμων είναι υψηλές, έτσι οι άνθρωποι χρεώνονται χωρίς ελπίδα να εξοφλήσουν και καταλήγουν να εξαρτώνται αποκλειστικά από την παροχή βοήθειας.»

«Υπάρχει πολλή θλίψη και απόγνωση σε αυτούς τους καταυλισμούς» συνεχίζει ο τεχνικός υπεύθυνος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Μίλησα σε έναν άντρα που περίμενε στην ουρά για διανομή βοήθειας και τον ρώτησα για τις ελπίδες του, τα σχέδιά του. Μου είπε με σπασμένη φωνή ότι η μεγαλύτερη ευχή του είναι αυτή να είναι η τελευταία φορά που αναγκάζεται να διαφύγει αυτός και η οικογένειά του. Τι μπορείς να πεις ως απάντηση σε αυτό;»

Στο βόρειο τμήμα της επαρχίας Ιντλίμπ, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν τέσσερις κινητές μονάδες που πραγματοποιούν ιατρικές επισκέψεις σε περισσότερους από 15 επίσημους και άτυπους καταυλισμούς. Το ιατρικό προσωπικό πραγματοποιεί περίπου 4.500 συνεδρίες κάθε μήνα, με τους μισούς περίπου ασθενείς να είναι παιδιά κάτω των 15 ετών. Τα συχνότερα προβλήματα υγείας είναι λοιμώξεις του αναπνευστικού, ενώ η πιο συνηθισμένη παθολογία για τους νεοαφιχθέντες ασθενείς είναι το ψυχολογικό τραύμα. Υπάρχουν, επίσης, πολλοί ασθενείς που χρειάζονται παραπομπή για νοσοκομειακή περίθαλψη, όπως άνθρωποι με τραύματα πολέμου που έχουν μολυνθεί ή ασθενείς με χρόνια νοσήματα που δεν παίρνουν φάρμακα για μεγάλο διάστημα.

Τα σύνορα με την Τουρκία είναι κλειστά για τους Σύρους εκτός από ορισμένα κρίσιμα επείγοντα ιατρικά περιστατικά που παραπέμπονται σε νοσοκομείο, ενώ το μέτωπο των επιχειρήσεων των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων κινείται βόρεια σταθερά και βίαια προς τους δύο αυτοκινητόδρομους που διασχίζουν το Ιντλίμπ από ανατολή προς δύση και από βορρά προς νότο. Έτσι, οι κοινότητες των εκτοπισμένων συμπιέζονται σε μια περιοχή που συρρικνώνεται συνεχώς, καθώς οι προηγούμενες επιχειρήσεις του συριακού στρατού και των συμμάχων του μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου είχαν ως αποτέλεσμα τεράστιους εκτοπισμούς. Υπάρχουν πολλές οργανώσεις που παρέχουν βοήθεια στο βόρειο Ιντλίμπ, όμως οι ανάγκες υπερβαίνουν τις δυνατότητές τους. Η ανάγκη για επείγουσα βοήθεια παραμένει αμείωτη στο Ιντλίμπ.

Στη βορειοδυτική Συρία, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν μαιευτική φροντίδα υγείας, γενική φροντίδα υγείας και θεραπεία για χρόνια νοσήματα με κινητές μονάδες. Διανέμουν είδη πρώτης ανάγκης και βελτιώνουν την υποδομή ύδρευσης και υγιεινής. Ακόμη, υποστηρίζουν τακτικούς εμβολιασμούς σε δύο κέντρα εμβολιασμού και ένα νοσοκομείο, καθώς και μέσω υπηρεσιών κινητών μονάδων.

Επίσης στη βορειοδυτική Συρία, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν μια εξειδικευμένη μονάδα εγκαυμάτων που παρέχει χειρουργικές επεμβάσεις, δερματικά μοσχεύματα, επιδέσεις, φυσικοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν υποστήριξη βασικής και δευτεροβάθμιας φροντίδας υγείας εξ αποστάσεως σε πολλά νοσοκομεία και κλινικές γύρω από το Ιντλίμπ και το Χαλέπι, ενώ έχουν συνεργασία συνδιοίκησης με τρία νοσοκομεία.

Τα ιατρικά προγράμματα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στις επαρχίες Ράκα, Αλ Χασάκα και Χαλεπίου στη βορειοανατολική Συρία συνεχίζονται, παρόλο που είχαν περιοριστεί ή ανασταλεί προσωρινά τον Οκτώβριο του 2019. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν ξαναρχίσει σταδιακά ορισμένες δραστηριότητες στους καταυλισμούς του Αλ Ράκα, του Αλ Χολ, του Αλ Ροτζ και του Νεβρόζ στο Κομπάνι / Αΐν Αλ Αράμπ και στο Ταλ Κοσέρ / Γιαρουμπίγια ωστόσο δεν έχουν μπορέσει έως τώρα να επιστρέψουν στο Ταλ Αμπιάντ στη βορειοανατολική Συρία, όπου υποστήριζαν το νοσοκομείο, και στη γύρω περιοχή, απ’ όπου έφυγαν τον Οκτώβριο οι περισσότεροι κάτοικοι, συμπεριλαμβανομένου του ιατρικού προσωπικού.

Προκειμένου να είναι ανεξάρτητοι από πολιτικές πιέσεις, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δεν λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση για το έργο τους στη Συρία.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Τα πρώτα μωρά του 2020

To γλυκό αγόρι της παραπάνω φωτογραφίας γεννήθηκε 27 λεπτά μετά τα μεσάνυκτα της 1ης Ιανουαρίου 2020 στο νοσοκομείο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην περιοχή Μπεντιού του Νότιου Σουδάν. Η 18χρονη μητέρα του είχε έναν δύσκολο τοκετό, αλλά κατάφερε τα πρώτα λεπτά του νέου χρόνου να φέρει στον κόσμο το γιο της που ζυγίζει 3 κιλά. Ο μικρός δεν έχει ακόμη όνομα. Η μητέρα του κάνει ήδη όνειρα για το μέλλον του. Να τον στείλει στο σχολείο και να λάβει μία σωστή και ολοκληρωμένη εκπαίδευση.

MSF

 

Ο Μαναμάνια από την Αιθιοπία γεννήθηκε στη 1.05 της 1ης Ιανουαρίου και ζυγίζει 3,2 κιλά. Η 22χρονη μητέρα του σπουδάζει δασκάλα και το όνειρό της είναι το παιδί της να γίνει γιατρός.

MSF

Ο Τζουντ γεννήθηκε μόλις έφτασε η νέα δεκαετία στις 12.02 στο νοσοκομείο Ναμπλούζ στην Ανατολική Μοσούλη του Ιράκ. Η μητέρα του, Χάνια, μπήκε στο νοσοκομείο 2,5 ώρες νωρίτερα και έφερε στον κόσμο το αγοράκι που ζυγίζει 3 κιλά. Η Χάνια εύχεται ο γιος της να μεγαλώσει και να έχει μία καλή ζωή.

MSF

Το αγοράκι της Χαλίντα γεννήθηκε στις 18:00 την Πρωτοχρονιά στο νοσοκομείο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην περιοχή Σιντζάρ στο βορειοδυτικό Ιράκ. Η μαμά μπορεί να είναι κουρασμένη, αλλά σίγουρα είναι χαρούμενη που έχει στην αγκαλιά της το γιο της.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Φωτογραφικό αφιέρωμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στα πιο φωτεινά χαμόγελα της χρονιάς

Νότιο Σουδάν – MSF/Laurence Hoenig Το νοσοκομείο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Αγκόκ είναι η μόνη δομή που παρέχει δευτεροβάθμια φροντίδα σε ολόκληρη την περιοχή Αμπγιέι του Νότιου Σουδάν. Η δομή αυτή ασχολείται με επείγοντα περιστατικά, χειρουργικές επεμβάσεις και θεραπείες για HIV, φυματίωση, χρόνια νοσήματα και ξεχασμένες ασθένειες, όπως το δάγκωμα των φιδιών, που είναι αληθινή μάστιγα στην περιοχή. Το 2019, για να βελτιωθεί η ποιότητα της φροντίδας, δημιουργήθηκε ακτινολογική αίθουσα και επεκτάθηκε το φαρμακείο.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Δήλωση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για την πρόσβαση σε φροντίδα υγείας για τους αιτούντες άσυλο και τα άτομα χωρίς έγγραφα στην Ελλάδα

Αφότου ανακλήθηκε η πρόσβαση στον Αριθμό Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ) στις 11 Ιουλίου, οι ελληνικές αρχές δεν εξασφαλίζουν στους αιτούντες άσυλο δωρεάν, επαρκή και έγκαιρη πρόσβαση στη δημόσια φροντίδα υγείας. Αυτό έχει σοβαρό αντίκτυπο στη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών, των γυναικών και των αντρών που περιθάλπουμε στις κλινικές μας στη Λέσβο, τη Σάμο και την Αθήνα. Επιπλέον, πριν από την ανάκληση του ΑΜΚΑ, οι αιτούντες άσυλο και οι πρόσφυγες αντιμετώπιζαν διάφορα άλλα εμπόδια στην πρόσβαση σε φροντίδα υγείας εξαιτίας των σημαντικών συστημικών και δομικών κενών στην παροχή φροντίδας υγείας.

Πριν από πέντε μήνες, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ανακάλεσε την πρόσβαση στον Αριθμό Κοινωνικής Ασφάλισης (AMKA) για τους υπηκόους άλλων χωρών. Τον Οκτώβριο, με υπουργική εγκύκλιο επαναφέρθηκε ο AMKA, επομένως και η πρόσβαση σε φροντίδα υγείας για πολλές ομάδες, μεταξύ αυτών οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι πρόσφυγες, ωστόσο μέχρι σήμερα οι αιτούντες άσυλο και τα ​ άτομα χωρίς έγγραφα εξακολουθούν να αποκλείονται. Κατά συνέπεια, σχεδόν 50.000 άνθρωποι[1] έχουν μείνει χωρίς πρόσβαση σε φροντίδα υγείας, μεταξύ αυτών οι νεοαφιχθέντες από τα χερσαία και τα θαλάσσια σύνορα, τα μη καταγεγραμμένα άτομα και τα βρέφη που γεννιούνται στην Ελλάδα. Αυτό αντιβαίνει στο άρθρο 33 του νόμου 4368/2016, που εγγυάται δωρεάν φροντίδα υγείας για τον καθένα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του.

Η απροθυμία της κυβέρνησης να βρει μια αποτελεσματική λύση στο γραφειοκρατικό και νομικό κενό στερεί από τους ανθρώπους την περίθαλψη, τις ιατρικές εξετάσεις και την προληπτική φροντίδα που χρειάζονται και φυσικά βλάπτει την τωρινή και τη μελλοντική σωματική και ψυχική υγεία τους.  Έχουμε εκφράσει αυτές τις ανησυχίες μας για λογαριασμό των ασθενών μας στο Υπουργείο Υγείας, τον ΕΟΔΥ και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.  Ωστόσο, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις ότι θα εφαρμοστεί ένα εναλλακτικό σύστημα, μετά από πέντε μήνες δεν έχει υλοποιηθεί απολύτως τίποτα.

Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα βλέπουν καθημερινά τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία που έχει ο σκόπιμος αποκλεισμός των αιτούντων άσυλο και των ατόμων χωρίς έγγραφα από την πρόσβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα της υγείας. Μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου, είδαμε στο Κέντρο Ημέρας στην Αθήνα μεγάλη αύξηση του αριθμού των ασθενών που αναζητούν φροντίδα και δεν έχουν AMKA: από το 18% των ασθενών τον Ιανουάριο στο 43% τον Νοέμβριο. Πολλά προβλήματα υγείας που παρουσιάζουν οι ασθενείς μας μπορούν να αντιμετωπιστούν με τακτική θεραπεία, ωστόσο, καθώς οι άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε αυτή, διατρέχουν τον κίνδυνο να επιδεινωθεί το πρόβλημά τους.

Αυτοί που πλήττονται είναι άντρες, γυναίκες και παιδιά με HIV/AIDS, διαβήτη, επιληψία, καρδιοπάθεια, καρκίνο, καθώς και πολλοί άλλοι με χρόνια και σύνθετα προβλήματα, οι οποίοι αποκλείονται συστηματικά από την κρίσιμη, επείγουσα και τακτική περίθαλψη. Αυτό φυσικά έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας τους, σοβαρές βλάβες, ακόμη και θάνατο ενδεχομένως. Ως γιατροί, η κατάσταση αυτή μάς προκαλεί μεγάλη ανησυχία.

Για παράδειγμα, φροντίσαμε μια νεαρή έγκυο που ήταν φορέας το ιού HIV και διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο να μεταδώσει τον ιό στο έμβρυο, εκτός εάν λάμβανε αντιρετροϊκή αγωγή. Ωστόσο, δεν είχε πρόσβαση σε αυτή τη σωτήρια για την ίδια και το αγέννητο παιδί της αγωγή επειδή δεν είχε AMKA. Μετά από πολλές προσπάθειες, η ομάδα μας βρήκε ένα νοσοκομείο που δέχτηκε, κατ’ εξαίρεση, να της προσφέρει αγωγή, εξαιτίας του υψηλού κινδύνου της κατάστασής της.

Από τη συνέντευξη Τυπου των οργανώσεων: Γιατροί Χωρίς Σύνορα – Ελληνικό Τμήμα, Διεθνής Αμνηστία – Ελληνικό Τμήμα, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες για την πρόσβαση στην υγεία.

Από τον Μάρτιο, η παιδιατρική κλινική μας στη Λέσβο έχει δεχτεί περισσότερα από 250 παιδιά με χρόνια και σύνθετα προβλήματα υγείας, όπως επιληψία, διαβήτη, καρδιοπάθεια, άσθμα και άλλα. Όλα χρειάζονται επειγόντως τακτική φαρμακευτική αγωγή, εξετάσεις και παρακολούθηση, όμως τα δημόσια νοσοκομεία και οι κλινικές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας αδυνατούν να προσφέρουν την κατάλληλη φροντίδα επειδή απλούστατα δεν έχουν το εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό που απαιτείται για τα προβλήματά τους. Η κλινική πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας μας δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει την κατάλληλη μακροπρόθεσμη και εξειδικευμένη φροντίδα. Αγωνιζόμαστε να αντεπεξέλθουμε σε αυτή την αυξημένη ζήτηση και είμαστε αναγκασμένοι να μην δεχόμαστε άλλα άρρωστα παιδιά που χρειάζονται ιατρική φροντίδα, τα οποία γυρίζουν στις άθλιες συνθήκες του καταυλισμού της Μόριας και πιθανόν θα επιστρέψουν όταν θα επιδεινωθεί το πρόβλημά τους.

Επειδή τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά δεν έχουν AMKA, δεν μπορούν να πάρουν δωρεάν φάρμακα μέσω του δημόσιου συστήματος υγείας, επομένως είμαστε αναγκασμένοι, για άλλη μια φορά, να υποκαταστήσουμε το κράτος και να δώσουμε φάρμακα στα περισσότερα από αυτά τα παιδιά.

Αν δεν λάβουν την κατάλληλη φροντίδα, οι ανθυγιεινές, επικίνδυνες και άθλιες συνθήκες στο ΚΥΤ της Μόριας θα επιδεινώσουν τις ασθένειες των παιδιών, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις θα οδηγήσουν σε μακροχρόνια και ανεπανόρθωτη βλάβη.  Για παράδειγμα, χωρίς τακτική πρόσβαση σε νοσοκομειακή περίθαλψη και φαρμακευτική αγωγή, τα παιδιά με επιληψία θα αρχίσουν να έχουν περισσότερους σπασμούς, το οποίο αν δεν αντιμετωπιστεί για μεγάλο διάστημα μπορεί να οδηγήσει σε εγκεφαλική βλάβη. Ανησυχούμε πάρα πολύ ότι κάποια παιδιά μπορεί να πεθάνουν εξαιτίας της έλλειψης πρόσβασης στη φροντίδα που χρειάζονται.

Ακόμη, οι αιτούντες άσυλο και τα άτομα χωρίς έγγραφα δεν μπορούν να πάρουν δωρεάν φάρμακα επειδή δεν έχουν AMKA. Οι περισσότεροι αιτούντες άσυλο παίρνουν 90 ευρώ τον μήνα ως οικονομική βοήθεια χρηματοδοτούμενη από τα Ηνωμένα Έθνη, επομένως έχουν δύο επιλογές: είτε να μην πάρουν τα φάρμακα που χρειάζονται, είτε να πληρώσουν την πλήρη τιμή των φαρμάκων, ενώ δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα. Για παράδειγμα, οι ασθενείς μας με ηπατίτιδα B που δεν έχουν AMKA πρέπει να πληρώσουν έως 1.200 ευρώ για την ελάχιστη θεραπεία που χρειάζονται. Το κόστος αυτό είναι απαγορευτικό για τους περισσότερους ανθρώπους, πόσο μάλλον για τους αιτούντες άσυλο και τα άτομα χωρίς έγγραφα. 

Η απουσία AMKA έχει προσθέσει ένα επιπλέον γραφειοκρατικό εμπόδιο για έναν πληθυσμό που ήδη έχει να αντιμετωπίσει τα δομικά κενά στην παροχή φροντίδας υγείας, καθώς και το πρόβλημα επικοινωνίας με το διοικητικό και το ιατρικό προσωπικό λόγω της μεγάλης έλλειψης διαπολιτισμικών μεσολαβητών. Και το προσωπικό αυτό, όμως, αδυνατεί να αντεπεξέλθει λόγω των περικοπών, με τις οποίες μειώθηκαν σημαντικά οι προϋπολογισμοί των νοσοκομείων και οι ιατρικές προμήθειες. Αυτό συχνά έχει ως αποτέλεσμα ένα διαχειρίσιμο πρόβλημα σωματικής ή ψυχικής υγείας να γίνεται πιο σοβαρό και δυνητικά χρόνιο.

Θέλουμε να τονίσουμε ότι καθημερινά βλέπουμε ήδη εξουθενωμένους γιατρούς, νοσηλευτές και άλλους επαγγελματίες υγείας σε νοσοκομεία και κλινικές να εργάζονται σκληρά για να προσφέρουν φροντίδα στους ανθρώπους, παρόλο που δεν έχουν AMKA. Ως γιατροί και ιατρική ανθρωπιστική οργάνωση, μοιραζόμαστε ​και στηρίζουμε αυτή τη δέσμευση. Ωστόσο, παρά την καλή θέληση πολλών συναδέλφων γιατρών, νοσηλευτών και μαιών, αυτό δεν είναι αρκετό, καθώς παραμένουν τα συστημικά γραφειοκρατικά εμπόδια στην πρόσβαση σε φροντίδα υγείας. Η στέρηση της φροντίδας υγείας από χιλιάδες αιτούντες άσυλο είναι πολιτική απόφαση, κατά συνέπεια απαιτείται πολιτική βούληση για την επίλυσή της.

Ο νέος νόμος περί διεθνούς προστασίας παρέχει στους αιτούντες άσυλο μια εναλλακτική οδό για πρόσβαση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, μέσω ενός αριθμού υγείας, του ΠΑΑΥΠΑ (Προσωρινός Αριθμός Ασφάλισης και Υγειονομικής Προστασίας Αλλοδαπού). Ωστόσο, παρόλο που ο νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου, το μέτρο αυτό δεν έχει εφαρμοστεί ακόμη. Μας ανησυχεί, επίσης, το ότι αυτός ο αριθμός συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία ασύλου, γεγονός που σημαίνει ότι αν απορριφθεί η αίτηση ασύλου κάποιου, αυτόματα θα πάψει να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. 

Ως επαγγελματίες υγείας, βλέπουμε την ανεπανόρθωτη βλάβη που προκαλεί στην υγεία ο αποκλεισμός των αιτούντων άσυλο και των ατόμων χωρίς έγγραφα από την πρόσβαση σε πολύτιμη φροντίδα υγείας από την κυβέρνηση. Βλέπουμε τον πόνο και το μαρτύριο των γονιών που ξέρουν ότι τα παιδιά τους ή άλλα μέλη της οικογένειάς τους δεν μπορούν να έχουν την κατάλληλη περίθαλψη. Αυτή η στέρηση της πρόσβασης σε φροντίδα δεν μπορεί να συνεχιστεί ούτε πρέπει να γίνει ανεκτή.   

Σήμερα στη Σάμο, τη Λέσβο και την Αθήνα συνεχίζουμε να δεχόμαστε πολλούς ανθρώπους κάθε εβδομάδα με χρόνια και σύνθετα προβλήματα υγείας, και σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονται περαιτέρω περίθαλψη. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα περισσότερα από 140 παιδιά που δεν μπορούν να λάβουν στη Λέσβο την εξειδικευμένη φροντίδα που χρειάζονται. Κάνουμε έκκληση για την άμεση απομάκρυνση αυτών των παιδιών από τη Λέσβο, ώστε να μπορέσουν να έχουν την εξειδικευμένη φροντίδα που χρειάζονται.

Είτε λέγεται AMKA είτε ΠΑΑΥΠΑ, απευθύνουμε έκκληση στις ελληνικές αρχές να εξασφαλίσουν άμεσα την πρόσβαση σε δωρεάν, επαρκή και έγκαιρη φροντίδα υγείας για όλους τους αιτούντες άσυλο και τα άτομα χωρίς έγγραφα στην Ελλάδα.

 

[1] 48.664 άνθρωποι, από ξηρά και θάλασσα, το διάστημα Ιουλίου-Νοεμβρίου σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Η ιστορία πίσω από τη φωτογραφία της καμπάνιας #torapouboreis

«Η Ρομάνα, τυλιγμένη μέσα στο πράσινο μαντήλι της, κρατάει προστατευτικά το κεφάλι του μωρού της και το φέρνει στο πρόσωπό της για να το φιλήσει. Είναι μόλις 17 χρόνων κι έχει έρθει μαζί με την αδελφή της στην κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Γκογιαλμάρα για να αναζητήσει βοήθεια για το νεογέννητο μωρό της. Ο γιος της είναι μόλις 27 ημερών και υποφέρει από λοίμωξη του ουροποιητικού.

Η Ρομίνα έχει φουσκώσει ένα πλαστικό ιατρικό γάντι και το χρησιμοποιεί αντί για πιπίλα προκειμένου να ξεγελά το μωρό και να ανακουφίζει το κλάμα του. Τη ρωτάω αν μπορώ να τη φωτογραφήσω και συγκατανεύει. Στήνεται μαζί με την αδελφή της μπροστά στον φακό και χαμογελούν ενώ το μωρό έχει αποκοιμηθεί στα πόδια της.

Daphne Tolis/MSF

Συνάντησα τη Ρομάνα τον Ιούλιο του 2018 στο νοσοκομείο με τις πράσινες στέγες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Γκογιαλμάρα. Είχα επισκεφτεί την αποστολή της οργάνωσης στο Μπανγκλαντές για να φωτογραφίσω και να βιντεοσκοπήσω την κρίση των Ροχίνγκια. Τότε συμπληρωνόταν περίπου ένας χρόνος από την έξοδό τους από τη Μιανμάρ. Περίπου 1.000.000 Ροχίνγκια είχαν εκδιωχθεί από τη γειτονική χώρα και είχαν βρει καταφύγει στην περιοχή Κοξ Μπαζάρ, στο ΝΑ Μπανγκλαντές. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είχαν ξεκινήσει ήδη προγράμματα εκεί για να τους υποστηρίξουν.

Οι Ροχίνγκια ζούσαν σε τεράστιους καταυλισμούς και οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν πολύ δύσκολες. Η περιορισμένη πρόσβασή τους σε καθαρό νερό, η έλλειψη αποχέτευσης, η περιορισμένη ιατρική φροντίδα και οι βροχές των μουσώνων έκαναν ακόμη πιο δύσκολες τις απάνθρωπες συνθήκες που ζούσαν και ευνοούσαν την έξαρση ασθενειών θέτοντας σε κίνδυνο τους πιο ευάλωτους, ιδιαίτερα τα παιδιά.

Όση ώρα φωτογράφιζα τη Ρομάνα και μιλούσα μαζί της με τη βοήθεια μιας πολιτισμικής διαμεσολαβήτριας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, θεωρούσα ότι είναι και η ίδια Ροχίνγκια πρόσφυγας καθώς οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είχαν στήσει αυτό το νοσοκομείο για να καλύψουν τις ανάγκες των Ροχίνγκια που ζούσαν στους κοντινούς καταυλισμούς. Σε μια στιγμή της κουβέντας μας, όμως, μου ανέφερε ότι η ίδια ήταν από το Μπανγκλαντές. Ότι το σπίτι της ήταν κοντά στην κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και αυτή ήταν η μόνη ιατρική δομή που υπήρχε σε μεγάλη ακτίνα και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί να πληρώσει. Οπότε ενώ αυτή η κλινική είχε δημιουργηθεί για τις ανάγκες των προσφύγων και δεχόταν κυρίως Ροχίνγκια, σε αυτήν μπορούσε να αναζητήσει φροντίδα και οποιοσδήποτε από την τοπική κοινωνία τη χρειαζόταν.

Χώρος αναμονής, νοσοκομείο Goyalmara | Daphne Tolis/MSF

Σε αυτό το νοσοκομείο, το οποίο αρχικά είχε ξεκινήσει να λειτουργεί ως κέντρο για την αντιμετώπιση της διφθερίτιδας λόγω της επιδημίας που είχε ξεσπάσει λίγους μήνες πριν, οι μητέρες έφερναν τα παιδιά τους συνήθως με λοιμώξεις του αναπνευστικού, δερματικές παθήσεις, γαστρεντερικά προβλήματα κ.ά. Οι περισσότερες δεν ήταν πολύ χαρούμενες που βρίσκονταν εκεί και γιατί είχαν την αγωνία των υπόλοιπων παιδών τους που είχαν αφήσει στο σπίτι αλλά και γιατί έτσι κι αλλιώς δεν ήταν εξοικειωμένες με την ιατρική φροντίδα, καθώς στη Μιανμάρ οι Ροχίνγκια δεν είχαν πρόσβαση σε αυτήν. Θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει η κουβέντα με την παιδίατρο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, η οποία μου έλεγε ότι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει η οργάνωση ήταν το να πειστούν οι μητέρες να μεταφέρουν τα άρρωστα παιδιά τους στο νοσοκομείο και να τα αφήσουν εκεί για όσο διάστημα απαιτεί η θεραπεία τους.»

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Αντιμετωπίζοντας τον ιό Έμπολα: Ποιες οι προκλήσεις για τον επικεφαλής αποστολής;

Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ο ιός Έμπολα ξαναχτυπά. Πρόκειται για  τη δέκατη επιδημία που πλήττει τη χώρα τα τελευταία 40 χρόνια. Ένα χρόνο και πλέον μετά την έναρξη της επιδημίας ο ιός παραμένει ενεργός αλλά τα κρούσματα ευτυχώς μειώνονται.

Ο Νικόλας Παπαχρυσοστόμου, επικεφαλής στην επείγουσα παρέμβασή των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, περιγράφει τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει σε μία αποστολή όπου πρέπει να διαχειριστεί έναν τους πιο επιθετικούς ιούς στην ιστορία της ανθρωπότητας.  

Πώς είναι να μαθαίνεις ότι η επόμενη αποστολή σου είναι σε επιδημία Έμπολα

Το άκουσμα και μόνο της λέξης Έμπολα προκαλεί αμέσως ένα ξάφνιασμα και μια γενική ανησυχία. Μόλις έμαθα ότι μου ανατίθεται η επείγουσα αποστολή στο Κονγκό, αναπόφευκτα σκέφτηκα τον κίνδυνο μετάδοσης. Κίνδυνο όχι μόνο για μένα αλλά και για τα μέλη της ομάδας. Όσο όμως μελετάς με περισσότερη λεπτομέρεια την ασθένεια αλλά και τα μέτρα πρόληψης που εφαρμόζονται στην αποστολή η ανησυχία μετριάζεται.

 Οι βασικές προκλήσεις

Ο Έμπολα είναι μία εξαιρετικά μεταδοτική ασθένεια και βασική πρόκληση είναι να αποτρέψεις την εξάπλωσή της. Αυτό συχνά δεν είναι εύκολο. Ένας ασθενής για παράδειγμα που αρνείται να μεταφερθεί σε κέντρο θεραπείας Έμπολα, γιατί απλά δεν θέλει να απομονωθεί ή ένα ύποπτο κρούσμα που «νιώθει σχετικά καλύτερα» και αποφασίζει να εγκαταλείψει το κέντρο θεραπείας, θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στην εξάπλωση της ασθένειας.

Επίσης, στο Κονγκό ο κόσμος μετακινείται καθημερινά από επαρχία σε επαρχία, για λόγους εμπορίου αλλά και προσωπικούς και αυτό κάνει πολύ δύσκολη την αναχαίτιση του ιού. Όπως και το γεγονός ότι στις περιοχές που πλήττονται από την επιδημία δρουν ένοπλες ομάδες, η παρουσία των οποίων δυσκολεύει την πρόσβασή των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και την παροχή εξειδικευμένης φροντίδας υγείας.

 

Μια άλλη σημαντική δυσκολία προκαλείται από το γεγονός ότι ο ιός παρουσιάζει στην αρχή παρόμοια συμπτώματα με πολλές άλλες διαδεδομένες ασθένειες, όπως η ελονοσία, η χολέρα και άλλοι αιμορραγείς πυρετοί, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλά ύποπτα κρούσματα. Τα ύποπτα κρούσματα, όμως, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ασθενείς Έμπολα με αποτέλεσμα ο αριθμός των ασθενών μας να αυξάνεται σημαντικά και να επιβαρύνει το έργο των ομάδων μας. Ιδιαίτερα όταν η διαχείρισή τους απαιτεί συνθήκες πλήρους απομόνωσης και απολύμανσης.

Τέλος οι πόροι, τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και σε υλικά, που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της επιδημίας Έμπολα αποδυναμώνουν το ήδη υπό πίεση δημόσιο σύστημα υγείας και παραμερίζουν άλλες προτεραιότητες που είναι εξίσου σημαντικές όπως η επιδημία ιλαράς που βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλη τη χώρα.

Οι τοπικές κοινωνίες

Συχνά στην προσπάθειά μας να αντιμετωπίσουμε την επιδημία οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις τοπικές κοινωνίες οι οποίες δεν είναι έτοιμες πάντα να εφαρμόσουν τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης.

Για παράδειγμα, τα ταφικά τοπικά έθιμα στο Κονγκό προϋποθέτουν μια τελετουργική επαφή με το νεκρό σώμα (πλύσιμο-εξαγνισμό, ασπασμό κλπ). Ο ιός Έμπολα όμως είναι εξαιρετικά μεταδοτικός μέσω της επαφής και μετά τον θάνατο ενός ανθρώπου οπότε η ασφαλής διαχείριση και η ταφή των νεκρών σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας έρχεται συχνά σε αντίθεση με τον ντόπιο τρόπο ζωής.

Το πλύσιμο των χεριών, επίσης, που πρέπει να ακολουθεί μια συγκεκριμένη ρουτίνα αλλά και συχνότητα για να είναι αποτελεσματικό, δεν αποτελεί συνήθεια στην αφρικανική κοινωνία.

Όπως είναι λογικό οι ασθενείς και οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν σε αυτά τα, συχνά γι’αυτούς δυσνόητα, μέτρα και οι ομάδες μας βρίσκονται κάτω από μεγάλη πίεση, προκειμένου να ενημερώνουν και να εξηγούν τις πολύπλοκες διαδικασίες για την απομόνωση, τη θεραπεία και την εφαρμογή του ασυνήθιστου προστατευτικού εξοπλισμού.

Το στίγμα της ασθένειας

Το στίγμα είναι πολύ έντονο λόγω της ελλιπούς πληροφόρησης και της παραπληροφόρησης του κόσμου. Οι ασθενείς που επιβιώνουν από την ασθένεια στη συνέχεια δυσκολεύονται να γίνουν και πάλι αποδεκτοί από την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον τους.

Πολλές φορές κάτι ανάλογο ισχύει ακόμη και για τα μέλη της ομάδας μας. Η επιστροφή μας από το Κονγκό δεν θα επιφέρει αυτόματα τη συνήθη ανακούφιση που νιώθουμε μετά από μια απαιτητική αποστολή. Λόγω της παραπληροφόρησης, ο φόβος για τη μετάδοση του ιού μπορεί να αποξενώσει για καιρό έναν συνάδελφο ακόμη και από τον οικογενειακό του κύκλο.

Η επιδημία Έμπολα με αριθμούς

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αναπτύσσουμε δράσεις για την αντιμετώπιση του Έμπολα σε 9 περιοχές στη χώρα.

Από την έναρξη της επιδημίας τον Αύγουστο του 2018:

3.340 κρούσματα

2.207 θάνατοι

1.088 άνθρωποι που θεραπεύθηκαν

256.523 άνθρωποι εμβολιάστηκαν

Σημείωση:

Η επιδημία Έμπολα το 2014 στη δυτική Αφρική στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 11.000 ανθρώπους.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ