Αφγανιστάν: Τα περιστατικά COVID-19 παραμένουν σταθερά στην Herat, αλλά η κατάσταση πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά

Αφγανιστάν: Τα περιστατικά COVID-19 παραμένουν σταθερά στην Herat, αλλά η κατάσταση πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά

Λόγω της αύξησης του αριθμού των ασθενών που νόσησαν σοβαρά με COVID-19 στην πόλη Herat, στο δυτικό Αφγανιστάν, το Κέντρο Θεραπείας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για COVID-19 στο Gazer Ga άνοιξε ξανά στις 2 Δεκεμβρίου 2020 για να υποστηρίξει τη δομή παραπομπής του Υπουργείου Δημόσιας Υγείας στο νοσοκομείο Shaidayee. Σήμερα, ο μέσος όρος των νέων εισαγωγών έχει μειωθεί σε περίπου τέσσερις ασθενείς την ημέρα.

Waseem Muhammadi

Το Κέντρο Θεραπείας COVID-19 των Γιατρών Χωρίς Σύνορα άνοιξε για πρώτη φορά στις 28 Ιουνίου 2020 προκειμένου να ενισχύσει την ανταπόκριση στο πρώτο κύμα της πανδημίας και έκλεισε στα τέλη Σεπτεμβρίου. Τον Δεκέμβριο του 2020 επαναλειτούργησε, καθώς ο αριθμός των περιστατικών άρχισε να αυξάνεται ξανά. Το Κέντρο Θεραπείας στο Gazer Ga διαθέτει σήμερα 20 κρεβάτια, συμπεριλαμβανομένης μιας μονάδας 10 κλινών για ασθενείς με αυξημένες ανάγκης για οξυγόνο. Η χωρητικότητά του μπορεί να αυξηθεί σε 32 ή ακόμη και 48 κρεβάτια ανάλογα με την εξέλιξη της πανδημίας. Τις τελευταίες εβδομάδες, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν προσαρμόσει τη διαχείριση της θεραπείας οξυγόνου, ειδικά για τις σοβαρές περιπτώσεις, προσθέτοντας ρινική οξυγονοθεραπεία υψηλής ροής και θεραπεία συνεχούς θετικής πίεσης των αεραγωγών. Από την έναρξη του χειμώνα, ο αριθμός των ασθενών που νόσησαν σοβαρά και χρειάστηκαν οξυγόνο παρέμεινε σταθερός στο Κέντρο Θεραπείας. «Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συνεχίζουμε να παρακολουθούμε στενά την κατάσταση με την COVID-19 στην Herat μαζί με το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας και άλλους εταίρους, προκειμένου να προσαρμόσουμε τις δράσεις μας στις ανάγκες», λέει η Melusi Mabhena – επικεφαλής νοσηλεύτρια των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Μεταξύ 2 Δεκεμβρίου και 31 Ιανουαρίου, 258 ασθενείς εισήχθησαν στην δομή Gazer Ga. Από αυτούς, 246 έχουν αποσωληνωθεί, μεταξύ των οποίων 19 που μεταφέρθηκαν σε άλλες εγκαταστάσεις. Επτά πέθαναν. Το πρώτο περιστατικό με COVID-19 στο Αφγανιστάν καταγράφηκε στα τέλη Φεβρουαρίου στην Herat. Ο ιός στη συνέχεια εξαπλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την επαρχία και σε γειτονικές περιοχές τον Μάρτιο, καθώς δεκάδες χιλιάδες μετανάστες εργάτες διέσχισαν τα σύνορα από το Ιράν πίσω στο Αφγανιστάν, χρησιμοποιώντας την Herat ως διαδρομή διέλευσης για να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Δημόσιας Υγείας, η Herat παραμένει η δεύτερη επαρχία που έχει πληγεί περισσότερο μετά την Καμπούλ, με πάνω από 9.143 επιβεβαιωμένα περιστατικά και περίπου 424 καταγεγραμμένους θανάτους. Πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, μια πρόκληση για τη Herat Το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης στην πόλη Herat καθιστά την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ακόμη πιο δύσκολη για τους ασθενείς. Στις περισσότερες περιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική κοινωνικοοικονομική κατάσταση των ανθρώπων, οι ασθενείς δεν έχουν τη δυνατότητα θεραπείας σε ιδιωτικές κλινικές. «Δεν θα μπορούσα να αντέξω το κόστος της ιδιωτικής θεραπείας. Είναι χειμώνας τώρα, οπότε υπάρχει λιγότερη δουλειά. Κάποιες φορές οι γιοι μου βρίσκουν δουλειά ως εργάτες, αλλά όχι πάντα. Με όλα αυτά (θεραπεία και νοσηλεία), έχουμε χάσει πολλά χρήματα. Οι γιοι μου έπρεπε να δανειστούν» λέει ο Abdul Qader, ασθενής με COVID-19 στο Κέντρο Θεραπείας Gazer ga COVID-19. Στην κλινική για εσωτερικά εκτοπισμένους στα περίχωρα της πόλης, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα άρχισαν πρόσφατα να κάνουν τεστ ταχείας διάγνωσης για ασθενείς που προέρχονται από τις περιοχές Kahdestan, Shaidayee και Sharak-e-Sabz. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα κάνουν διαλογή ασθενών από τον Απρίλιο του 2020 στο περιφερειακό νοσοκομείο Herat. Τις τελευταίες εβδομάδες, βλέπουν κατά μέσο όρο 74 ασθενείς την ημέρα, οι περισσότεροι από τους οποίους ενθαρρύνονται να απομονωθούν στο σπίτι και παρακολουθούνται μέσω τηλεφώνου σε συγκεκριμένες ημέρες για την εξέλιξη της υγείας τους. Σε περίπτωση που δεν παρατηρείται βελτίωση στην κατάστασή τους συνιστάται να επιστρέψουν στο περιφερειακό νοσοκομείο. Τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες, 132 ασθενείς με COVID-19 που είναι σε σοβαρή κατάσταση έχουν παραπεμφθεί στο Κέντρο Θεραπείας COVID-19 των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Gazer Ga και 34 ασθενείς στο Κέντρο Θεραπείας COVID-19 στο Shaidayee, το οποίο διαχειρίζεται το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας και ο Οργανισμός Βοήθειας και Ανάπτυξης. Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τα συμπτώματα COVID-19 Η ενημέρωση του κοινού σχετικά με τα συμπτώματα COVID-19 παραμένει πολύ περιορισμένη στην επαρχία Herat. Στην κοινότητα υπάρχει έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τον ιό από το πρώτο περιστατικό που εντοπίστηκε στην επαρχία. Καθώς είναι χειμώνας, το κέντρο COVID-19 των Γιατρών Χωρίς Σύνορα διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι ασθενείς με COVID-19 πίστευαν ότι είχαν γρίπη. Και οι περισσότεροι είχαν πολύ περιορισμένη γνώση σχετικά με τον ιό, τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου. Προκειμένου να αυξηθεί η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση σχετικά με τα συμπτώματα COVID-19 μεταξύ των ασθενών, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, πραγματοποιούν δραστηριότητες προαγωγής υγείας στη μονάδα διαλογής ασθενών του περιφερειακού νοσοκομείου Herat, στο Κέντρο Θεραπείας Gazer Ga COVID-19 και στην κλινική για εσωτερικά εκτοπισμένους. Από την έναρξη της πανδημίας COVID-19 στο Αφγανιστάν, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα εφαρμόζουν μέτρα πρόληψης και ελέγχου στα υπάρχοντα προγράμματά τους και υποστηρίζουν το Υπουργείο Δημόσιας Υγείας στην προετοιμασία ή /και αντιμετώπιση της πανδημίας. Στο Lashkar Gah, Boost Hospital, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συνεχίζουν να παραπέμπουν ασθενείς με ύποπτα συμπτώματα, όπως αυτά της COVID-19 στη Malika Suraya – την κύρια κλινική για COVID-19 στην επαρχία Helmand. Στο Kandahar, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα υποστηρίζουν τις καθορισμένες δομές απομόνωσης ασθενών για τη διαχείριση ασθενών με ανθεκτική φυματίωση που έχουν μολυνθεί με COVID-19.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Μια κλινική αποκατάστασης για τα θύματα βασανιστηρίων

Μια κλινική αποκατάστασης για τα θύματα βασανιστηρίων

Εδώ και περίπου 6 χρόνια, σε μία από τις πιο πολυπολιτισμικές και πυκνοκατοικημένες γειτονιές της Αθήνας, στην Κυψέλη, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουμε δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο χώρο.

Albert Masias/MSF

Μια ομάδα γιατρών, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών και άλλων ειδικοτήτων εργάζεται καθημερινά με έναν κοινό στόχο: να δώσει ελπίδα και υποστήριξη σε ανθρώπους που έχουν υποστεί βασανιστήρια ή άλλες μορφές βίαιης μεταχείρισης.

Η κλινική αποκατάστασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα υποστηρίζει μετανάστες και πρόσφυγες που έχουν υποστεί βασανιστήρια ή άλλες μορφές κακοποίησης στη χώρα τους, στη διάρκεια του ταξιδιού τους ή κατά την παραμονή τους στην Ελλάδα. Σε συνεργασία με το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και το Κέντρο Ημέρας ΒΑΒΕΛ, η ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχει ιατρική υποστήριξη, ψυχολογική, κοινωνική και ψυχιατρική βοήθεια καθώς και νομική υποστήριξη. Και είναι δυστυχώς πολλά τα άτομα που έχουν ανάγκη για αυτή τη βοήθεια.

Μόνο το 2019, πάνω από 115 άνθρωποι απευθύνθηκαν στην κλινική για παροχή ολοκληρωμένης ιατρικής, ψυχολογικής και κοινωνικής υποστήριξης. Μέσα στο 2019 στην κλινική πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 1.300 ιατρικές συνεδρίες και περίπου 1.400 συνεδρίες ψυχικής υγείας. Την ίδια χρονιά η ομάδα της κλινικής διευκόλυνε 439 επισκέψεις ασθενών με συνοδεία διαπολιτισμικών μεσολαβητών σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές υγείας για εξειδικευμένες ιατρικές συνεδρίες ή σε άλλες υπηρεσίες.

Οι κύριες χώρες προέλευσης των ανθρώπων που υποστηρίζει η κλινική είναι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το Καμερούν, το Ιράν, η Σιέρα Λεόνε, η Συρία και 13 άλλες χώρες, κυρίως αφρικανικές. Το 91% των ασθενών είναι άντρες και το 9% γυναίκες. Οι άνθρωποι που αναζητούν βοήθεια εμφανίζουν κατά κύριο λόγο μυοσκελετικά προβλήματα και διάφορα θέματα ψυχικής υγείας, όπως διαταραχή μετατραυματικού στρες, έντονο άγχος και συμπτώματα κατάθλιψης.

Η ομάδα έχει αναπτύξει μια διεπιστημονική προσέγγιση για να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν τις ιατρικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της συστηματικής βίας που έχουν υποστεί. Επίσης τους παρέχει κοινωνική υποστήριξη και νομική βοήθεια για διευκόλυνση της πρόσβασής τους στο σύστημα ασύλου. Ωστόσο είναι πολλές οι προκλήσεις και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά στην προσπάθειά τους να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή.

Από τον Ιούλιο του 2019 είναι αδύνατη η χορήγηση ΑΜΚΑ στους ασθενείς αυτούς. Σε αυτό το διάστημα, υπήρξαν ορισμένες περιπτώσεις ανθρώπων με ιατρικά προβλήματα που δεν τους επιτράπηκε η πρόσβαση σε φροντίδα υγείας. Επίσης, η έλλειψη στέγης στην Αθήνα αποτελεί εμπόδιο στην αποκατάσταση των ασθενών. Ακόμη, σε πολλές περιπτώσεις αναγνωρισμένοι πρόσφυγες που είχαν ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα στέγασης αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν από τον τόπο διαμονής τους επειδή, σύμφωνα με τους κανονισμούς, όταν αναγνωριστεί κάποιος ως πρόσφυγας, πρέπει να βρει δική του στέγη.

Σε μία προσπάθεια ενδυνάμωσης των ανθρώπων που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα υποστήριξης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, έχει δημιουργηθεί η ομάδα παρέμβασης, Survivors2. Τα μέλη της είναι πρώην και νυν ωφελούμενοι της κλινικής αποκατάστασης. Η ομάδα δημιουργήθηκε με σκοπό την ευαισθητοποίηση για τα δικαιώματα και την αναγνώριση των θυμάτων βασανιστηρίων και βάναυσης μεταχείρισης που ζουν στην Ελλάδα.

«Ονομαζόμαστε Survivors2 επειδή όλοι μας έχουμε υποστεί βασανιστήρια και άλλες μορφές βίας για να φτάσουμε στην Ελλάδα και, αντί να βρούμε ασφάλεια και υποστήριξη εδώ, είμαστε αναγκασμένοι για άλλη μια φορά να δώσουμε αγώνα για να επιβιώσουμε.» Πατρίκ

 

Δες περισσότερα στο Περιοδικό «Χωρίς Σύνορα» τεύχος 105:

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Νότιο Κίβου: Μια ατελείωτη μάχη

Νότιο Κίβου: Μια ατελείωτη μάχη

Τα τελευταία δύο χρόνια, οι αναταραχές που πλήττουν την ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έχει αναγκάσει – χιλιάδες ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

Paul Duke/MSF

Πολλοί έχουν βρει καταφύγιο στην άλλη πλευρά των συνόρων μεταξύ Βόρειου και Νοτίου Κίβου, όπου μοιράζονται περιορισμένους πόρους και γη με εξίσου ευάλωτους πληθυσμούς.

«Ακούσαμε ότι υπήρχε ειρήνη στο Katasomwa, κι έτσι αποφασίσαμε να έρθουμε εδώ», θυμάται ο Justin. «Πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν στην διαδρομή. Από τον Ιούλιο είμαστε εδώ, δυσκολευόμαστε να βρούμε τροφή. Απειλούμαστε συνεχώς από τη βροχή και τα καταφύγια στα οποία ζούμε μπορούν να καούν ανά πάσα στιγμή. Η ζωή μας είναι άθλια.»

Ενώ ο Justin μιλά, μια αχυρένια καλύβα καίγεται λίγα μέτρα πιο πέρα. Κανείς δεν κάνει την παραμικρή κίνηση. Δεν υπάρχει τίποτα να κάνουμε παρά να αφήσουμε την καλύβα να καεί. Σε λίγα δευτερόλεπτα, τα λιγοστά υπάρχοντα μίας από τις 957 οικογένειες που έχουν εκτοπιστεί σε αυτήν την περιοχή στο Katasomwa, έχουν γίνει στάχτη.

«Μας απείλησαν τη νύχτα. Έκαψαν τα σπίτια μας. Συνέχισαν να μας χτυπούν και μάλιστα επιτέθηκαν σε κάποιους με μαχαίρια.»

Προερχόμενος από το Masisi στην επαρχία του Βόρειου Κίβου, ο Justin δεν είχε άλλη επιλογή από το να διαφύγει. Μαζί με την οικογένειά του και χιλιάδες ακόμη ανθρώπους, διέσχισαν τα επαρχιακά σύνορα έως ότου έφτασαν στο χωριό Katasomwa στο Νότιο Κίβου. Δεν ήταν οι πρώτοι που έφτασαν. Οι ατελείωτες μάχες μεταξύ του εθνικού στρατού και ένοπλων ομάδων τα τελευταία δύο χρόνια έχουν αναγκάσει περισσότερους από δέκα χιλιάδες ανθρώπους να βρουν καταφύγιο σε αυτή τη μικρή περιοχή, η οποία είναι απομακρυσμένη και στερείται βασικής υποδομής.

Απίστευτα ποσοστά θνησιμότητας

Η συντριπτική πλειοψηφία των εκτοπισμένων ανθρώπων στις περιοχές Mushunguti, Ramba και Bushaku, οι οποίες διαθέτουν πολύ φτωχές υπηρεσίες υγείας, είναι γυναίκες και παιδιά. Μετά τη δοκιμασία του ταξιδιού και τις συνθήκες διαβίωσης σε έναν καταυλισμό όπως το Katasomwa, αυτοί οι άνθρωποι αρρωσταίνουν γρήγορα. Η διάρροια, οι οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις και η εντερική παρασίτωση είναι μόνο μερικές από τις πολλές λοιμώξεις που ευδοκιμούν σε τέτοιες συνθήκες. Μετά από έναν αρχικό έλεγχο, πολλά παιδιά θεωρήθηκαν σοβαρά υποσιτισμένα.

Η άφιξη των εκτοπισμένων πληθυσμών ήταν μια πρόκληση για το νεοσύστατο σύστημα υγείας. Στο κέντρο υγείας του Katasomwa το προσωπικό εργάζεται με ενθουσιασμό αλλά δεν διαθέτει τα απαραίτητα μέσα. «Οι εκτοπισμένες γυναίκες θα αποφύγουν να έρθουν στο κέντρο υγείας επειδή δεν έχουν χρήματα για να πληρώσουν», λέει η επικεφαλής νοσηλεύτρια Esther Isabayo Benimana. «Πολλές γυναίκες θα γεννήσουν στον καταυλισμό και κάποιες θα πεθάνουν».

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αποφάσισαν να αναλάβουν δράση και να υποστηρίξουν με επείγουσα ιατρική βοήθεια τους ευάλωτους ανθρώπους σε αυτές τις ορεινές περιοχές.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής της επείγουσας ιατρικής παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα David Namegabe, η προτεραιότητα ήταν να ανταποκριθούμε στις ιατρικές ανάγκες. «Επικεντρωθήκαμε αρχικά στους πληθυσμούς με τα υψηλότερα ποσοστά θανάτου, που ήταν κυρίως παιδιά κάτω των 15 ετών και έγκυες γυναίκες. Η μητρική θνησιμότητα στην περιοχή είναι πολύ υψηλή. Εστιάσαμε επίσης σε όλα τα επείγοντα χειρουργικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν μία ακόμη βασική αιτία θανάτου, σύμφωνα με αναφορές του κέντρου υγείας. Η ομιλία του Ντέιβιντ διακόπτεται από τον ήχο σφυροκοπήματος. Οι ομάδες τεχνικής υποστήριξης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα επισκευάζουν το ιατρείο Katasomwa, καθώς και τις άλλες δομές υγείας στις περιοχές Mushunguti, Ramba και Bushaku.»

Οι πληθυσμοί στην περιοχή δεν έχουν εμβολιαστεί για περισσότερα από τρία χρόνια. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αποφάσισαν να οργανώσουν μια εκστρατεία εμβολιασμού πολλαπλών αντιγόνων, σε συνεργασία με τις επίσημες αρχές. Στις τρεις περιοχές, περίπου 7.000 παιδιά εμβολιάστηκαν έναντι κοινών ασθενειών οι οποίες μπορούν να αποφευχθούν, όπως η ιλαρά.

Είμαστε κι εμείς άνθρωποι

Οι αυξημένες ανάγκες μαζί και με τις ανισότητες που υπήρχαν έκαναν πολύ δύσκολη την κατάσταση στην περιοχή, πολύ πριν από την άφιξη των εκτοπισμένων πληθυσμών. Οι κοινότητες των Πυγμαίων εκδιώχθηκαν από το δάσος Kahuzi Biega, όπου ζούσαν για γενιές ολόκληρες, όταν το πάρκο έγινε μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco και τώρα αποτελούν αντικείμενο διακρίσεων.

«Οποιοδήποτε παιδί μπορεί να κλέψει αλλά κατηγορείται πάντα η κοινότητα των Πυγμαίων», λέει η Roza Nyirakongomani, εκπρόσωπος αυτής της νομαδικής κοινότητας. «Όλοι λένε ότι είναι οι Πυγμαίοι που κλέβουν. Ακόμα κι αν δεν το κάνουμε εμείς. Γιατί; Επειδή δεν έχουμε τακτική εργασία που να διασφαλίζει την επιβίωσή μας. Τα κορίτσια μας βιάζονται. Μερικές φορές γνωρίζουμε ακόμη και ποιος το έκανε, αλλά δεν μπορούμε να τους οδηγήσουμε στο δικαστήριο επειδή δεν έχουμε τα χρήματα για να πληρώσουμε τη δίκη.» Αυτοί οι συχνά παραμελημένοι πληθυσμοί καλωσορίζουν θερμά κάθε βοήθεια που τους προσφέρεται. «Είμαστε κι εμείς άνθρωποι», λέει η Roza. «Δεν καταλαβαίνουμε γιατί μας ξεχνούν συνεχώς. Αυτό μας πονάει.»

Για να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πιο απομονωμένων κοινοτήτων, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα όρισαν σε κάθε χωριό έναν εθελοντή για την υγεία. Αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να μπορούν να παρέχουν φροντίδα στις πιο απλές περιπτώσεις και να παραπέμπουν τα πιο σοβαρά περιστατικά στο πλησιέστερο νοσοκομείο, στο Chigoma. Αυτό θα αποσυμφορήσει τις δομές υγείας.

 «Αυτό είναι το Katasomwa!» φωνάζει ο Innocent, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εκπαίδευση των εργαζομένων της κοινότητας στον τομέα της υγείας. Μετά τη διαδικασία της θεωρητικής κατάρτισης, κάθε υποψήφιος λαμβάνει ένα πακέτο που περιέχει ένα σημειωματάριο, στυλό, λαστιχένιες μπότες, φάρμακα… Αυτό το βασικό πακέτο θα τους επιτρέψει να βελτιώσουν την κατάσταση της υγείας των συμπολιτών τους.

Η ένταση, η απομόνωση και οι διαφορετικοί τρόποι ζωής έχουν δημιουργήσει δυσπιστία κι έχουν στιγματίσει τις μειονότητες, είτε των εκτοπισμένων είτε των Πυγμαίων. Τα θεμελιώδη δικαιώματα παραβιάζονται συνεχώς. Πέρα από τις ιατρικές ανάγκες που αντιμετώπισαν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα σε αυτήν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι άνθρωποι που ζουν στις περιοχές Mushunguti, Ramba και Bushaku απαιτούν προστασία των δικαιωμάτων τους, καθώς και καλύτερη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη. Απαιτούν εκπαίδευση, δικαιοσύνη και μέσα διαβίωσης που θα διασφαλίζουν όχι μόνο τη ζωή τους αλλά και το μέλλον των παιδιών τους.

 

Από την αρχή της παρέμβασής τους στην περιοχή, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα οργάνωσαν περισσότερες από 4.000 συνεδρίες με τις κοινότητες υποδοχής, τις εκτοπισμένες κοινότητες αλλά και αυτές των Πυγμαίων. Περισσότεροι από 850 άνθρωποι εξετάστηκαν από εργαζόμενους υγείας της κοινότητας. Πάνω από εκατό περιπτώσεις σεξουαλικής βίας δέχθηκαν ιατρική και ψυχοκοινωνική φροντίδα και περισσότερα από 6.000 παιδιά εμβολιάστηκαν για ιλαρά και άλλες κοινές λοιμώξεις, σε συνεργασία με τις επίσημες αρχές. Τις επόμενες εβδομάδες, οι ομάδες θα επικεντρωθούν στη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, με την κατασκευή 80 αποχωρητηρίων και ενός δικτύου νερού. Η διατροφική κατάσταση στην περιοχή προκαλεί επίσης ανησυχία και οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρακολουθούν από κοντά την κατάσταση.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Οι δράσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο δεύτερο κύμα της πανδημίας COVID-19 στην Ελλάδα

Οι δράσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο δεύτερο κύμα της πανδημίας COVID-19 στην Ελλάδα

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, έχοντας πάντοτε στο επίκεντρο των παρεμβάσεών τους τη φροντίδα των πλέον ευπαθών ομάδων, επέκτειναν τα προγράμματά τους με μία σειρά στοχευμένων δράσεων στην Ελλάδα, ανταποκρινόμενοι σε  ανάγκες που προκύπτουν από την πανδημία COVID-19.

MSF/Kyriaki Margariti

Λαμβάνοντάς υπόψιν την τεράστια πίεση που δέχονται τα κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων εν μέσω COVID-19, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ξεκίνησαν ενημερωτικές εκπαιδεύσεις για το προσωπικό των κέντρων αυτών εστιάζοντας στα μέτρα πρόληψης από τον ιό και στη συμβουλευτική ψυχικής υγείας. Παράλληλα, λειτουργούν τηλεφωνική γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης για το προσωπικό των οίκων ευγηρίας.

«Γνωρίζουμε από παρεμβάσεις μας σε άλλες χώρες ότι τα γηροκομεία είναι ένας κλάδος που έχει υποστεί μεγάλη πίεση μέσα στην πανδημία και έτσι αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αυτή την παρέμβαση και στην Ελλάδα. Αυτό που διαπιστώσαμε και εδώ, μιλώντας με το προσωπικό των κέντρων φροντίδας ηλικιωμένων είναι ότι οι εργαζόμενοι βιώνουν τεράστια κούραση και διακατέχονται από ένα αίσθημα ενοχής, ευθύνης και πίεσης» τονίζει η γιατρός, Ιωάννα Μιτράκου, η οποία συμμετέχει στις εκπαιδεύσεις.

Μέχρι στιγμής έχουν γίνει εκπαιδεύσεις σε 13 κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων σε όλη την Ελλάδα, είτε διαδικτυακά, είτε δια ζώσης όπου ήταν εφικτό. Επιπλέον, διενεργήθηκαν διαδικτυακά σεμινάρια ψυχικής υγείας  για το προσωπικό των κέντρων φροντίδας ηλικιωμένων με ειδικές τεχνικές χαλάρωσης.

«Μέσα από τα σεμινάρια, οι εργαζόμενοι των οίκων ευγηρίας ένιωσαν ότι αναγνωρίζεται η δουλειά που κάνουν όλο αυτό το δύσκολο χρονικό διάστημα και ότι υπάρχει κάποιος που τους υποστηρίζει. Αυτό από μόνο του είναι αγχολυτικό» αναφέρει η ψυχολόγος, Βασιλική Γουργιώτη, που βρίσκεται πίσω από την τηλεφωνική γραμμή υποστήριξης.

Από την αρχή της πανδημίας, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα υποστήριξαν τους αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες και μετανάστες στα υπάρχοντα προγράμματά τους σε Αθήνα,  Σάμο και Λέσβο, με εκστρατείες ενημέρωσης σχετικά με τα μέτρα πρόληψης και προστασίας από την COVID-19, ενισχύοντας παράλληλα τα συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης στους καταυλισμούς. Επιπλέον, η ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λέσβο λειτούργησε έναν νέο ειδικό χώρο  περίθαλψης για ασθενείς με συμπτώματα παρόμοια με αυτά της νόσου COVID-19 και για πιθανά περιστατικά. Παράλληλα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συνεργάστηκαν με τη  Γ’ Παθολογική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Προσέφεραν ψυχολογική υποστήριξη σε υγειονομικό προσωπικό, ασθενείς και συγγενείς τους για θέματα που σχετίζονται με τη νόσο COVID-19. Ταυτόχρονα, ανταποκρινόμενοι στις αυξημένες ανάγκες που προέκυψαν  κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα  πραγματοποίησαν και συνεχίζουν να πραγματοποιούν δωρεές προστατευτικού υλικού και ειδών πρώτης ανάγκης σε νοσοκομεία, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και σε άλλες δομές.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

30 Ιανουαρίου, Παγκόσμια Ημέρα για τις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες: Όχι άλλοι ξεχασμένοι ασθενείς

30 Ιανουαρίου, Παγκόσμια Ημέρα για τις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες: Όχι άλλοι ξεχασμένοι ασθενείς

Οι ασθενείς που υποφέρουν από ξεχασμένες τροπικές ασθένειες χρειάζονται καλύτερη πρόσβαση στη διάγνωση και σε ασφαλείς και αποτελεσματικές θεραπείες, δηλώνουν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα σε νέα έκθεσή τους, μέσα από την οποία κάνουν έκκληση να βελτιωθεί η παγκόσμια ανταπόκριση στις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω θάνατοι και αναπηρίες.

Marizilda Cruppe/MSF

 «Οι ξεχασμένες τροπικές ασθένειες πλήττουν σχεδόν αποκλειστικά ανθρώπους που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Ως αποτέλεσμα, δεν υπάρχουν εμβόλια, τα διαγνωστικά μέσα είναι περιορισμένα, οι θεραπείες είναι κάθε άλλο παρά βέλτιστες και συχνά δεν είναι διαθέσιμες ή είναι πολύ ακριβές», δήλωσε ο Δρ. Χρήστος Χρήστος, Διεθνής Πρόεδρος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

Παρά τη μεγάλη πρόοδο στον αγώνα κατά των ξεχασμένων τροπικών ασθενειών, μερικές από τις πιο απειλητικές για τη ζωή ασθένειες απέχουν πολύ από την εξάλειψη ή ακόμη και τον έλεγχο και συνεχίζουν να ευθύνονται για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων κάθε χρόνο.

Η παρουσίαση ενός νέου «οδικού χάρτη» για τις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας προσφέρει μια ευκαιρία για την ανάπτυξη θεραπειών, εμβολίων και διαγνωστικών εργαλείων για αυτές τις ασθένειες. Οι φιλόδοξοι στόχοι του περιλαμβάνουν την εξάλειψη τουλάχιστον μίας ξεχασμένης τροπικής ασθένειας σε 100 χώρες και τη μείωση κατά 90% του αριθμού των ατόμων που χρειάζονται ιατρική παρέμβαση για την αντιμετώπισή τους έως το 2030.

O νέος «οδικός χάρτης» όμως έρχεται σε μια χρονική στιγμή που η πανδημία COVID-19 απειλεί την πρόοδο που πρέπει να συντελεστεί στον έλεγχο και την εξάλειψη των ξεχασμένων τροπικών ασθενειών. Τα προγράμματα για ξεχασμένες τροπικές ασθένειες έχουν διακοπεί, τα εύθραυστα συστήματα υγείας υπόκεινται σε ακόμη μεγαλύτερη πίεση και υπάρχουν ανησυχητικές ενδείξεις ότι οι πόροι για αυτές τις ασθένειες θα διατεθούν αλλού και θα μειωθεί η χρηματοδότηση. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι ξεχασμένες τροπικές ασθένειες να ξεχαστούν ακόμη περισσότερο, τα σημαντικά επιτεύγματα των τελευταίων χρόνων να αντιστραφούν και να χαθούν ακόμη περισσότερες ζωές. «Παρά τις προκλήσεις, υπάρχουν πολλά που μπορούν να γίνουν» είπε ο Δρ Χρήστου. «Με δεσμεύσεις, χρηματοδοτήσεις και καλύτερα εργαλεία για την εύρεση, διάγνωση και θεραπεία των ασθενών μπορούμε να κάνουμε τις ξεχασμένες τροπικές ασθένειες, ασθένειες του παρελθόντος».

Ποιες είναι όμως αυτές οι ξεχασμένες τροπικές ασθένειες, οι οποίες πλήττουν περισσότερους από 1,5 δισεκατομμύριο ανθρώπους στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες;

Δερματική λεϊσμανίαση

Η δερματική λεϊσμανίαση είναι μια από τις πιο διαδεδομένες και ξεχασμένες τροπικές ασθένειες. Πλήττει περίπου 1 εκατομμύριο ανθρώπους κάθε χρόνο.

Η ασθένεια δεν είναι θανατηφόρα αλλά μπορεί να προκαλέσει σοβαρές μόνιμες βλάβες και παραμορφώσεις στο δέρμα, οι οποίες στο 70% των ασθενών έχουν επίπτωση στην ψυχική υγεία τους και οδηγούν στον στιγματισμό τους.

Η υπάρχουσα θεραπεία είναι επώδυνη και μπορεί να είναι τοξική για τον ασθενή με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να μη λαμβάνουν θεραπεία.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα περιθάλπουν χιλιάδες ασθενείς με δερματική λεϊσμανίαση κάθε χρόνο στο Πακιστάν, όπου η ασθένεια αποτελεί μεγάλο πρόβλημα δημόσιας υγείας. Ο ΠΟΥ εκτιμά ότι περισσότερα από 100.000 νέα περιστατικά καταγράφονται κάθε χρόνο στη  χώρα. Το 2019 οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα περιέθαλψαν περισσότερους από 6.500 ασθενείς στο Πακιστάν, ενώ από το 2008 μέχρι και το 2020 έχουν περιθάλψει συνολικά 28.746. Από το 2017 αναπτύσσουν σχετικά προγράμματα και στη Συρία.

Σπλαχνική λεϊσμανίαση ή Καλά αζάρ

Matthew Smeal/MSF

Η σπλαχνική λεϊσμανίαση ή Καλά αζάρ είναι μια θανατηφόρα ξεχασμένη τροπική ασθένεια, η οποία εάν αντιμετωπιστεί εγκαίρως μπορεί να θεραπευτεί. Είναι ενδημική σε 78 χώρες, σε τροπικές ή υπο-υποτροπικές περιοχές. Ενώ έχει σχεδόν εξαλειφθεί στη Νότια Ασία, απέχει πολύ από την εξάλειψη ή ακόμη και τον έλεγχο στην Ανατολική Αφρική. Πλήττει συνήθως τους φτωχότερους ανθρώπους, οι οποίοι ζουν σε απομακρυσμένες και αγροτικές περιοχές με μικρή πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.

Το Καλά αζάρ προκαλεί επίμονο πυρετό, απώλεια βάρους, αδυναμία, ανορεξία, διόγκωση της σπλήνας και των λεμφαδένων, αναιμία και καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος. Αν η ασθένεια δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, οι ασθενείς εξασθενούν και πεθαίνουν, συνήθως λόγω ευκαιριακών λοιμώξεων. Ωστόσο, με έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία σχεδόν όλοι οι ασθενείς μπορούν να θεραπευτούν.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αντιμετώπισαν πρώτη φορά το Καλά αζάρ το 1988 στο Σουδάν. Από τότε, περιθάλπουν περίπου το 60% των συνολικών περιστατικών στο Νότιο Σουδάν. Σε παγκόσμιο επίπεδο, από το 1989 έως το 2020, έχουν περιθάλψει σχεδόν 150.000 ασθενείς, κυρίως στο Νότιο Σουδάν, το Σουδάν, την Αιθιοπία, την Κένυα, τη Σομαλία, την Ουγκάντα, την Ινδία και το Μπαγκλαντές.

Δάγκωμα φιδιού

Περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από δάγκωμα φιδιού συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη ξεχασμένη ασθένεια. Πέντε εκατομμύρια άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι κάθε χρόνο με δάγκωμα φιδιού και περίπου 100.000 χάνουν τη ζωή τους.

Το δάγκωμα φιδιού μπορεί να προκαλέσει μόνιμες αναπηρίες όπως τύφλωση, μπορεί να οδηγήσει σε ακρωτηριασμό, ενώ συχνά προκαλεί και ψυχικές διαταραχές, από εφιάλτες μέχρι και μετατραυματικό στρες.

Η καλή και έγκαιρη αντιμετώπιση μπορεί να σώσει ζωές, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση στην περίθαλψη εγκαίρως. H κατάλληλη αγωγή δεν είναι διαθέσιμη και οικονομικά προσιτή για τα περισσότερα θύματα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα περιθάλπουν περίπου 6.000 ανθρώπους από δάγκωμα φιδιού κάθε χρόνο σε προγράμματά τους σε 10 χώρες. 4.000 από αυτούς τους ασθενείς τους περιθάλπουν σε 5 προγράμματα στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, το Ν Σουδάν, την Αιθιοπία, και την Υεμένη.

Νόμα

Η Νόμα είναι μια ασθένεια, τόσο ξεχασμένη που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια από τον ΠΟΥ. Είναι μια λοίμωξη της στοματικής κοιλότητας που αναπτύσσεται πολύ γρήγορα και καταστρέφει τα οστά και τους ιστούς.

Πλήττει κυρίως παιδιά που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Έως και το 90% αυτών των παιδιών, εάν δεν λάβουν θεραπεία, πεθαίνουν τις πρώτες δύο εβδομάδες. Όσα επιζούν μένουν με σοβαρές παραμορφώσεις στο πρόσωπο, οι οποίες τα δυσκολεύουν στο φαγητό, στην ομιλία ή στην αναπνοή. Συχνά, λόγω της εμφάνισής τους, τα παιδιά στιγματίζονται και αντιμετωπίζουν τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η Νόμα είναι μία ασθένεια που μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί αν διαγνωσθεί έγκαιρα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα υποστηρίζουν από το 2014, στην πόλη Σοκότα της Νιγηρίας, ένα νοσοκομείο το οποίο περιθάλπει ασθενείς με Νόμα.

Στέλνουν εξειδικευμένους χειρουργούς τέσσερις φορές τον χρόνο, οι οποίοι πραγματοποιούν 30-40 επεμβάσεις σε ένα διάστημα δύο εβδομάδων. Από το 2015 έως και το 2020 πραγματοποίησαν 766 χειρουργικές επεμβάσεις σε 473 ασθενείς.

Εκτός από τη χειρουργική, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν και υπηρεσίες ψυχικής υγείας, καθώς πολλοί ασθενείς με Νόμα ζουν με παραμορφωμένο πρόσωπο για χρόνια.

Ασθένεια  του Ύπνου

Ενώ στο παρελθόν, η ασθένεια του Ύπνου, ή αφρικανική τρυπανοσωμίαση, σκότωνε πολλούς ανθρώπους, σήμερα βρισκόμαστε κοντά στην εξάλειψή της, με λιγότερα από 1.000 κρούσματα να έχουν αναφερθεί το 2019.

Η ασθένεια του Ύπνου, είναι μια παρασιτική ασθένεια που μεταδίδεται από τη μύγα τσε τσε και οφείλει το όνομά της σε ένα από τα βασικά της συμπτώματα που είναι οι διαταραχές ύπνου.

Χωρίς θεραπεία, η ασθένεια είναι θανατηφόρα ενώ εάν αντιμετωπιστεί πολύ αργά, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν μόνιμες αλλαγές προσωπικότητας και ψυχιατρικά προβλήματα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, από το 1986 μέχρι και το 2019 έχουν εξετάσει περίπου 3,5 εκατομμύρια ανθρώπους για την ασθένεια του Ύπνου κι έχουν περιθάλψει περισσότερους από 50.000 ασθενείς σε επτά χώρες (Αγκόλα, Νότιο Σουδάν, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Κονγκό Μπραζαβίλ, Ουγκάντα και Τσαντ).

Μετά το 2016, ο αριθμός των κρουσμάτων παραμένει σταθερά χαμηλός, γεγονός που οδήγησε την οργάνωση στην απόφαση να τερματίσει τα σχετικά προγράμματά της το 2019. Η οργάνωση τώρα στοχεύει στην ενσωμάτωση του ελέγχου, της διάγνωσης και της θεραπείας στα υπάρχοντα προγράμματά της στις περιοχές που εξακολουθούν να εμφανίζονται περιστατικά, ενώ παραμένει έτοιμη να ανταποκριθεί σε πιθανή αναζωπύρωση της ασθένειας.

Ασθένεια Τσάγκας

Η ασθένεια Τσάγκας είναι η πιο κοινή παρασιτική ασθένεια στην Κεντρική και Νότια Αμερική. Έξι έως επτά εκατομμύρια άνθρωποι έχουν μολυνθεί από τη νόσο και περισσότεροι από 70 εκατομμύρια διατρέχουν κίνδυνο μόλυνσης, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΠΟΥ.

Πλήττει κυρίως ανθρώπους με περιορισμένη πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα και είναι γνωστή ως «αόρατη ασθένεια» γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι που μολύνονται δεν παρουσιάζουν κανένα σύμπτωμα ακόμη και για δεκαετίες.

Επομένως το 99% των ασθενών είναι μη διαγνωσμένοι με μόνο περίπου 38.500 νέα κρούσματα να καταγράφονται κάθε χρόνο. Ενώ με την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία η ασθένεια μπορεί να θεραπευτεί, το γεγονός ότι οι ασθενείς δεν εμφανίζουν συμπτώματα για πολλά χρόνια, οδηγεί σε καθυστερημένη διάγνωση, όταν η ασθένεια έχει γίνει ανίατη.

Χωρίς θεραπεία περίπου το 30% των ασθενών αναπτύσσουν σοβαρά καρδιακά προβλήματα και το 10% μη αναστρέψιμη βλάβη στο πεπτικό τους σύστημα.

Για κάθε 1.000 άτομα που έχουν μολυνθεί με Τσάγκας, μόνο δύο λαμβάνουν τη θεραπεία που χρειάζονται.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, από το 1999 μέχρι το 2016, εξέτασαν περισσότερα από 90.000 άτομα για τη νόσο και περιέθαλψαν περισσότερα από 4.000. Από το 1999 έως το 2010, ανέπτυξαν ειδικά προγράμματα στη Γουατεμάλα, την Ονδούρα, τη Βολιβία και την Παραγουάη ενώ από το 2010, επικεντρώθηκαν στην ενσωμάτωση αυτών των προγραμμάτων στα εθνικά συστήματα υγείας σε συνεργασία με τα αντίστοιχα υπουργεία Υγείας.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Βραζιλία: Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19 στις αγροτικές πόλεις του Αμαζονίου

Βραζιλία: Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19 στις αγροτικές πόλεις του Αμαζονίου

Με το σύστημα υγείας να καταρρέει, η πρωτεύουσα της πολιτείας σταματά να δέχεται σοβαρά περιστατικά από άλλες πόλεις. 

Diego Baravelli

Το σύστημα υγείας στο Manaus, την πρωτεύουσα της βραζιλιάνικης πολιτείας Amazonas, κατέρρευσε για δεύτερη φορά. Αν και τα νοσοκομεία αυξάνουν με ραγδαίους ρυθμούς τις κλίνες για  COVID-19, ο αριθμός των νέων ασθενών αυξάνεται ακόμα γρηγορότερα, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι το σύστημα υγείας είναι κορεσμένο και υπερφορτωμένο. Ακόμη χειρότερα, η δυνατότητα της πόλης στην παροχή οξυγόνου καλύπτει λιγότερο από το ένα τρίτο των σημερινών αναγκών. Ορισμένα νοσοκομεία αδυνατούν να παρέχουν οξυγόνο στους ασθενείς με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να πεθαίνουν από ασφυξία. Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19 στις πόλεις που βρίσκονται κοντά στο ποτάμι, στην αγροτική περιοχή του Αμαζονίου, είναι πια εμφανείς και μπορεί να καταλήξουν εξίσου καταστροφικές.

Ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα δραστηριοποιούνται στις πόλεις São Gabriel da Cachoeira και Tefé, οι οποίες βρίσκονται σε απόσταση λίγων ημερών με βάρκα από την πρωτεύουσα της πολιτείας. Με τα νοσοκομεία του Manaus να είναι υπερφορτωμένα, δεν υπάρχει καμία δομή υγείας για τις παραπομπές πιο σοβαρών περιστατικών. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ενισχύουν άμεσα τις ομάδες τους και διερευνούν πώς μπορούν να βοηθήσουν στο Manaus. Ωστόσο,  έχουν ήδη ξεκινήσει να  καταγράφονται θάνατοι και μπορεί να ακολουθήσουν περισσότεροι.

Κατά την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου, το ένα τρίτο των ασθενών με COVID-19 στην Tefé χρειαζόταν θεραπεία με οξυγόνο. Την περασμένη εβδομάδα το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στα δύο τρίτα. Το ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι ο αριθμός των ασθενών αυξάνεται, αλλά και ότι η σοβαρότητα της κατάστασής τους κατά την εισαγωγή επιδεινώνεται. «Γνωρίζοντας περισσότερα για την ασθένεια, θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να μπορούμε να σώσουμε περισσότερες ζωές, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν έχουμε οξυγόνο και αν υπάρχει δυνατότητα να παραπέμψουμε ασθενείς που είναι σε σοβαρή ή κρίσιμη κατάσταση σε καλύτερα εξοπλισμένα νοσοκομεία. Την τελευταία εβδομάδα, κανένας ασθενής δεν μπορούσε να μεταφερθεί από την Tefé στο Manaus. Χάσαμε τρεις ασθενείς που θα είχαν την ευκαιρία να επιβιώσουν αν είχαν λάβει φροντίδα σε ένα μεγαλύτερο νοσοκομείο, δυστυχώς όμως η παραπομπή τους δεν ήταν δυνατή», λέει ο Pierre Van Heddegem, επικεφαλής της αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Βραζιλία.

Καθώς δεν υπάρχουν γεννήτριες οξυγόνου κοντά στην Τefé που να μπορούν να επαναφορτίσουν τις φιάλες οξυγόνου, αυτές πρέπει να σταλούν στο Manaus. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δώρισαν 50 νέες φιάλες στο περιφερειακό νοσοκομείο στην Tefé στα τέλη του 2020, καθώς όμως η μόνη επιλογή για να ξαναγεμίσουν είναι να σταλούν στο Manaus, η αγροτική περιοχή κινδυνεύει να μείνει χωρίς τη δυνατότητα χρήσης αυτής της ζωτικής βοήθειας. «Εφόσον οι εισαγωγές ασθενών συνεχιστούν με αυτόν τον ρυθμό, το διαθέσιμο οξυγόνο στην Tefé επαρκεί μόνο για λίγες ημέρες» προσθέτει ο Van Heddegem.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αναζητούν απεγνωσμένα εναλλακτικές λύσεις, ώστε, παρά τον συνολικό κορεσμό των νοσοκομείων στο Manaus, οι ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση στην Tefé να μπορούν να λάβουν την απαραίτητη φροντίδα. Ταυτόχρονα, η οργάνωση θα εξετάσει τρόπους για να βοηθήσει στο Manaus. Τα πρώτα μέλη μιας ομάδας έφτασαν την προηγούμενη εβδομάδα στην πρωτεύουσα της πολιτείας Amazonas.

Στο São Gabriel da Cachoeira, τον άλλο δήμο της πολιτείας Amazonas όπου δραστηριοποιούνται οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, σημειώθηκε κι εκεί σημαντική αύξηση περιστατικών. Κατά την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου καταγράφηκε πενταπλάσια αύξηση του αριθμού των ατόμων που έχουν μολυνθεί με COVID-19 σε σύγκριση με την τελευταία εβδομάδα του 2020. Ένα κέντρο παρακολούθησης για ασθενείς με COVID-19 με έξι κρεβάτια έχει δημιουργηθεί από το Υπουργείο Υγείας και υποστηρίζεται από μια ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Υπάρχει ένα μικρό νοσοκομείο με δική του δυνατότητα παραγωγής οξυγόνου, αν αυξηθούν όμως τα περιστατικά, κινδυνεύει και αυτό να φτάσει στα όριά του και να έρθει αντιμέτωπο με τις ίδιες τρομακτικές προοπτικές όπως στην Tefé.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν συμβάλλει στη βελτίωση των ελέγχων για COVID-19, χρησιμοποιώντας το τεστ αντιγόνου το οποίο δίνει μια εκτίμηση της κατάστασης COVID-19 σε πραγματικό χρόνο, σε αντίθεση με το τεστ αντισωμάτων που χρησιμοποιείται γενικευμένα στη Βραζιλία, και το οποίο δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη  σχεδόν αποκλειστική εξάρτηση της Βραζιλίας από τα τεστ αντισωμάτων, τα οποία δείχνουν αν το άτομο  έχει νοσήσει στο παρελθόν, όχι όμως αν  έχει COVID-19 τη στιγμή της εξέτασης.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δώρισαν το απαραίτητο υλικό στο εργαστήριο στο São Gabriel da Cachoeira προκειμένου να διενεργούνται μοριακά τεστ σε ασθενείς με COVID-19. «Τα τεστ μπορούν να γίνουν στην πόλη. Δεν χρειάζεται να σταλούν τα δείγματα στο Manaus, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα και τα αποτελέσματα βγαίνουν σε περίπου μία ώρα», εξηγεί η Irene Huertas Martín, συντονίστρια του προγράμματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην πόλη.

Οι ομάδες προαγωγής υγείας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν πληροφορίες για την COVID-19 στις δύο πόλεις, και θα διερευνήσουν την πιθανότητα να κάνουν το ίδιο και στο Manaus. Η διασφάλιση ότι οι άνθρωποι γνωρίζουν πώς να προστατεύουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους παραμένει ένας από τους σημαντικότερους τρόπους για να αποφευχθεί η εξάπλωση της νόσου σε μια περιοχή όπου η πρόσβαση σε επαρκή υγειονομική περίθαλψη είναι πολύ περιορισμένη.

Μια ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έφτασε στο Manaus την προηγούμενη Δευτέρα για να υποστηρίξει το σύστημα υγείας στην πολιτεία Amazonas. Στη Βραζιλία, εκτός από τα προγράμματα στην Tefé και το São Gabriel da Cachoeira, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δραστηριοποιούνται και στο São Paulo, στο νοσοκομείο Tide Setúbal, όπου παρέχουν παρηγορητική φροντίδα σε ασθενείς με COVID-19 που δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ολοκλήρωσαν πρόσφατα τις δραστηριότητές τους στην πολιτεία Mato Grosso do Sul και στις αγροτικές περιοχές γύρω από τις πόλεις Amambaí, Corumbá και Aquidauana. Η ανταπόκριση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην COVID-19 στη Βραζιλία ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2020 και, εκτός από τις πολιτείες  που αναφέρθηκαν ήδη, δράσεις πραγματοποιήθηκαν στο Rio de Janeiro, Roraima, Mato Grosso και Goiás.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Η ομάδα επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ανταποκρίνεται στις ιατρικές ανάγκες στο Riang του Νότιου Σουδάν, όπου διαπιστώνονται υψηλά ποσοστά ελονοσίας

Η ομάδα επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα ανταποκρίνεται στις ιατρικές ανάγκες στο Riang του Νότιου Σουδάν, όπου διαπιστώνονται υψηλά ποσοστά ελονοσίας

Juba, 19 Ιανουαρίου 2021 – Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ανησυχούν για την κατάσταση στο Riang, στην πολιτεία Jonglei, στο ανατολικό Νότιο Σουδάν, όπου η κατάσταση της υγείας των κοινοτήτων επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο.

Damaris Giuliana/MSF

Τον Ιανουάριο, μια ομάδα επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα πέταξε στο Riang όπου απομακρυσμένες κοινότητες αγωνίζονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε καθαρό νερό, αποχωρητήρια και βασική υγειονομική περίθαλψη. Για πολλά χρόνια η περιοχή πλήττεται από  συνεχείς πλημμύρες και βία, καθιστώντας τις κοινότητες πιο ευάλωτες, ιδιαίτερα τα παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών.

Από τις 9 έως τις 14 Ιανουαρίου, η ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρείχε ιατρικές συνεδρίες σε περίπου 770 άτομα στο Riang. Διένειμε επίσης κιτ που περιείχαν κουνουπιέρες, κουβέρτες, κουβάδες, σαπούνι, καθαριστικά και φίλτρα νερού, καθώς και μουσαμάδες και σχοινιά για κατασκευή καταλυμάτων σε πάνω από 1.000 οικογένειες. Εκτός από το να ενισχύσουν την αξιοπρέπεια των οικογενειών που πλήττονται από πλημμύρες, αυτά τα κιτ περιορίζουν την έκθεσή τους σε θανατηφόρες ασθένειες, όπως η ελονοσία, αναπνευστικές λοιμώξεις και ασθένειες που μεταδίδονται από το νερό. 

«Ένα ανησυχητικό ποσοστό 60% των παιδιών ηλικίας κάτω των πέντε ετών που περιθάλψαμε στην κινητή κλινική μας την περασμένη εβδομάδα, εξετάστηκε και βρέθηκε θετικό για ελονοσία. Μερικά από αυτά ήταν ήδη σε σοβαρή κατάσταση. Είδαμε επίσης ανθρώπους που πάσχουν από ασθένειες για τις οποίες δεν λαμβάνουν θεραπεία, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου αριθμού γυναικών με ύποπτες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, γεγονός που αντανακλά την έλλειψη πόσιμου νερού», δήλωσε ο συντονιστής επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα Roberto Wright. «Οι διεθνείς δωρητές έχουν εξασφαλίσει χρηματοδότηση για άλλους οργανισμούς υγείας που εργάζονται στο Jonglei μόνο για μέχρι τον επόμενο μήνα, οπότε η κατάσταση στην περιοχή ενδέχεται να επιδεινωθεί γρήγορα ακόμα περισσότερο.»

Η μείωση της χρηματοδότησης στο Jonglei αντανακλά μια γενική τάση που αφορά σε ολόκληρο το Νότιο Σουδάν, η οποία έχει αφήσει πολλούς ανθρώπους χωρίς πρόσβαση σε βασική υγειονομική περίθαλψη. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα καλούν τους διεθνείς δωρητές να διασφαλίσουν ότι η χρηματοδότηση θα συνεχιστεί για άλλες οργανώσεις υγείας που εργάζονται στην πολιτεία Jonglei, ώστε να μπορούν να παρέχουν υγειονομική περίθαλψη και επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων τροφίμων, νερού και αποχωρητηρίων, σε ανθρώπους που ζουν σε δυσπρόσιτες περιοχές όπως το Riang. Περιτριγυρισμένες από βάλτους, αυτές οι αγροτικές κοινότητες αντιμετωπίζουν μήνες πλημμυρών κατά τη διάρκεια της περιόδου των βροχών και εκτεταμένη βία που επιδεινώνεται από την έλλειψη πόρων, όπως τα τρόφιμα και τα ζώα, κατά τη διάρκεια της ξηρασίας.

Οι άνθρωποι που ζουν σε αυτά τα χωριά αναγκάζονται να περπατήσουν περισσότερο από μία ώρα για να φτάσουν στην πλησιέστερη δωρεάν δομή υγειονομικής περίθαλψης, διασχίζοντας βάλτους ενώ μεταφέρουν ασθενείς σε καλάθια ή πάνω σε μουσαμάδες. Κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών, τα επίπεδα των υδάτων είναι τόσο υψηλά που μόνο εκείνοι που μπορούν να κολυμπήσουν μπορούν να διασχίσουν τους βάλτους για να δουν έναν γιατρό. Εν τω μεταξύ, όσοι χρειάζονται εξειδικευμένη θεραπεία πρέπει να μεταφερθούν στις δομές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Lankien, ένα ταξίδι όπου χρειάζεται να περπατάς αρκετά μερόνυχτα.

Κρατώντας ένα μακρύ ραβδί για να υποστηρίξει τα βήματά της, 47χρονη Nyadeng Wal περπάτησε μαζί με την έφηβη εγγονή της για να φτάσει στην κινητή κλινική της ομάδας επείγουσας παρέμβασης. Το κορίτσι μετέφερε τον αναίσθητο δίχρονο αδελφό της σε ένα καλάθι στο κεφάλι της. “Περάσαμε το βάλτο κατά τη διάρκεια της νύχτας για να τον πάμε σε μια κλινική στο Pathai. Του έδωσαν φάρμακα, αλλά δεν βελτιώθηκε», δήλωσε η Nyadeng. Η ιατρική ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα τον διέγνωσε με σοβαρή ελονοσία. Μετά από σύσταση, η οικογένεια περπάτησε μέχρι τις δομές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Pieri, όπου ο μικρός εισήχθη για θεραπεία.

Η Elizabeth  Nyechot Koeng πήγε επίσης την επτάχρονη κόρη της, Nyepay Riek Puor, στην κινητή κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Riang. Το κορίτσι είχε μια μεγάλη ανοιχτή πληγή στο πλάι του κεφαλιού της από τον περασμένο Σεπτέμβριο. «Το σπίτι μας στο χωριό Pieth κατακλύστηκε από περίπου μισό μέτρο νερού . Έβρεχε τόσο έντονα εκείνο το βράδυ που ο τοίχος κατέρρευσε και η μικρή τραυματίστηκε στο κεφάλι», δήλωσε η Elizabeth. «Όλη η οικογένεια έπρεπε να φύγει. Ο σύζυγός μου έφυγε με τα παιδιά μας και τη μητέρα του για να αναζητήσει ένα ασφαλέστερο μέρος. Η Nyepay αιμορραγούσε, οπότε διέσχισα τον βάλτο με ένα μέλος της οικογένειάς μας για να την πάω στο Pulchol. Περάσαμε τρεις ημέρες σε μια κλινική και στη συνέχεια επιστρέψαμε στο Riang για να αναζητήσουμε την οικογένειά μας.» Πήγαν πολλές φορές σε μια ιδιωτική κλινική στο Pathai, για να την παρακολουθήσουν, αλλά η οικογένεια δεν είχε αρκετά χρήματα για να τελειώσει τη θεραπεία της.

«Η συγκλονιστική εμπειρία της Nyepay και της οικογένειάς της αντιπροσωπεύει την κατάσταση σε πολλά μέρη του Νότιου Σουδάν. Η μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης διαδέχεται την άλλη. Οι παρατεταμένες πλημμύρες, η συνεχιζόμενη βία στην περιοχή και η έλλειψη δωρεάν δομών υγειονομικής περίθαλψης έχουν μειώσει σημαντικά την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, που έχει ως αποτέλεσμα πολλά τραύματα να μην αντιμετωπίζονται κατάλληλα. Εκείνοι που καταφέρνουν να λάβουν κάποια θεραπεία έχουν στη συνέχεια συνήθως ελλιπή παρακολούθηση», δήλωσε ο Wright.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα διεθνώς συμπληρώνουν φέτος 50 χρόνια παρουσίας στις μεγαλύετερες κρίσεις του πλανήτη. Στο Νότιο Σουδάν εργάζονται από το 1983. Αυτή τη στιγμή, αναπτύσσουν προγράμματα σε Bentiu, Aweil, Old Fangak, Lankien, Leer, Maban, Mundri, Malakal, Pieri, Yei, Ulang και παρέχουν  πρόσθετη υποστήριξη έκτακτης ανάγκης για COVID-19 στην Juba. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα  είναι επίσης παρόντες στο Agok, στην περιοχή Abyei. Παρέχουν ιατρική βοήθεια σε άτομα που πλήττονται από συγκρούσεις, επιδημίες, καταστροφές ή τον αποκλεισμό από την υγειονομική περίθαλψη. Οι δράσεις των Γιατρών Χωρίς Σύνορα καθοδηγούνται από την ιατρική ηθική και τις αρχές της αμεροληψίας, της ανεξαρτησίας και της ουδετερότητας.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Δήλωση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για την έκθεση προσφύγων που ζουν στο προσωρινό ΚΥΤ Μαυροβουνίου Λέσβου σε μόλυβδο

Δήλωση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για την έκθεση προσφύγων που ζουν στο προσωρινό ΚΥΤ Μαυροβουνίου Λέσβου σε μόλυβδο

Αναφορικά με την ανακοίνωση του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής για τα επίπεδα μολύβδου στο προσωρινό ΚΥΤ Μαυροβουνίου στη Λέσβο, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα τονίζουν ότι είναι εξωφρενικό να γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι έχουν εκτεθεί σε έναν τέτοιο κίνδυνο και είναι ντροπή για την ΕΕ και την ελληνική κυβέρνηση.

MSF

Σύμφωνα με ιατρικές μελέτες, είναι γνωστό ότι ακόμη και χαμηλά επίπεδα μολύβδου σχετίζονται με θάνατο από καρδιαγγειακές βλάβες, ενώ η έκθεση σε μόλυβδο σχετίζεται με ένα ευρύ φάσμα αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία, όπως μειωμένη γονιμότητα, αναπτυξιακές επιδράσεις σε μωρά και παιδιά, βλάβες σε όργανα λόγω παρατεταμένης ή επαναλαμβανόμενης έκθεσης και καρκίνο.

Μια σειρά ερωτημάτων που προκύπτουν πρέπει να απαντηθούν άμεσα. Γιατί δεν ενημέρωσαν νωρίτερα για τη μόλυνση, καθώς σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής είχαν αυτά τα ευρήματα από τις 8 Δεκεμβρίου 2020; Ποια είναι τα ακριβή ευρήματα και ποιες περιοχές έχουν μολυνθεί και σε ποιο βαθμό; Ποια είναι τα διεθνή πρότυπα που χρησιμοποιήθηκαν για αυτή τη μέτρηση; Τα σημερινά στοιχεία δείχνουν ότι δεν υπάρχει ασφαλές επίπεδο έκθεσης σε μόλυβδο. Με βάση ποια επιστημονική ανάλυση, τα μέτρα που ανακοίνωσε το Υπουργείο είναι αρκετά για την προστασία όσων ζουν στον καταυλισμό;

Για άλλη μια φορά, είναι σαφές ότι χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά δεν είναι ασφαλείς στο νησί της Λέσβου, ενώ αυτή η ανάλυση έρχεται ήδη αργά, δηλαδή πέντε μήνες μετά τη δημιουργία του καταυλισμού.

Οι ελληνικές αρχές και η ΕΕ πρέπει να αντιδράσουν αμέσως και να μεταφέρουν τους ανθρώπους σε ασφαλές μέρος τώρα. Φτάνει πια! Αρκετά!

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ιατρική και ανθρωπιστική βοήθεια σε αιτούντες άσυλο και μετανάστες στην Ελλάδα από το 1996. Το 2014 επαναπροσδιόρισαν τις δράσεις τους στην Ελλάδα, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του αυξανόμενου αριθμού αιτούντων άσυλο, προσφύγων και μεταναστών που έφταναν στα ελληνικά νησιά και την ενδοχώρα από την Τουρκία. Από το 2016, οι ιατρικές ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα παρέχουν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, θεραπεία για χρόνια νοσήματα, υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, φυσιοθεραπεία, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ολοκληρωμένη φροντίδα κοινωνικής στήριξης. Σήμερα οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν προγράμματα στη Λέσβο, τη Σάμο και την Αθήνα.

 

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Βενεζουέλα: Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19

Βενεζουέλα: Οι αλυσιδωτές επιδράσεις της COVID-19

Το σύστημα υγείας έχει καταρρεύσει και  η COVID-19 εμποδίζει ακόμη περισσότερα άτομα να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη.

Carlos Becerra/MSF

Από τη Λατινική Αμερική ως την Αφρική και από την Ασία ως την Ευρώπη, η πανδημία έχει κοστίσει εκατομμύρια ζωές. Ταυτόχρονα, έχει επηρεάσει την πρόσβαση των ανθρώπων σε βασικές υπηρεσίες υγείας. Σε πολλά μέρη, οι αλυσιδωτές επιδράσεις της πανδημίας έχουν αφήσει τους ανθρώπους χωρίς περίθαλψη. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, που εργάζονται σε περισσότερες από 70 χώρες σε όλο τον κόσμο, αντιμετωπίζουν συχνά δυσκολίες να ανταποκριθούν τόσο στις άμεσες συνέπειες της COVID-19 όσο και σε άλλες έκτακτες ιατρικές ανάγκες, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις μετακινήσεις και στις αποστολές βασικών ιατρικών προμηθειών.

Στη Βενεζουέλα, σε μία χώρα όπου το σύστημα υγείας έχει καταρρεύσει, η COVID-19 εμπόδισε ακόμη περισσότερα άτομα να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, είτε για χρόνιες ασθένειες, είτε για επείγουσα φροντίδα των παιδιών τους. Στην πρωτεύουσα, Καράκας, το πρόγραμμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για επιζώντες σεξουαλικής βίας έπρεπε να περιορίσει τις δράσεις του, καθώς το μισό προσωπικό απορροφήθηκε σε προγράμματα για COVID-19. Πολλοί από τους ασθενείς των Γιατρών Χωρίς Σύνορα δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν το νοσοκομείο εξαιτίας των ταξιδιωτικών περιορισμών. Ωστόσο, παρά τα εμπόδια, ακόμα και με μειωμένο προσωπικό, η ομάδα εργαζόταν όλο το 24ωρο για να υποστηρίξει τους ασθενείς με κάθε δυνατό τρόπο.

©Carlos Becerra/MSF

Οι ασθενείς περιμένουν έξω από την είσοδο του τμήματος εκτάκτων περιστατικών στο νοσοκομείο Vargas στο Καράκας της Βενεζουέλας. Καθώς το προσωπικό του νοσοκομείου επικεντρώνεται σε ασθενείς με COVID-19, όλο και περισσότερα άτομα στερούνται την πρόσβαση στην περίθαλψη χρόνιων ασθενειών ή ακόμη και την επείγουσα περίθαλψη έκτακτων περιστατικών.

 

©Carlos Becerra/MSF

Ο Alberto Martinez, είναι 35 ετών ζει στο Petare του Καράκας και περιμένει να εμφανιστούν επιβάτες για να τους μεταφέρει με την μοτοσικλέτα-ταξί του. Όταν ο τετράχρονος γιος του, που πάσχει από άσθμα, χρειάστηκε επείγουσα ιατρική βοήθεια, ο πατέρας του δεν μπόρεσε να βρει ανοιχτή ιατρική δομή που να δέχεται ασθενείς με άλλες παθήσεις εκτός από COVID-19.

 

©Carlos Becerra/MSF

Όταν η COVID-19 έπληξε τη Βενεζουέλα, η χώρα ήδη βυθιζόταν σε μια μακροχρόνια οικονομική και ανθρωπιστική κρίση, η οποία επιδεινώθηκε μετά την πανδημία. Το σύστημα υγείας καταρρέει και γίνεται μεγάλος αγώνας για να υπάρξει ανταπόκριση στις βασικές ιατρικές ανάγκες των ανθρώπων. Οι κάτοικοι της Βενεζουέλας πολλές φορές δε μπορούν να λάβουν ιατρική φροντίδα και αυτό είναι μια από τις αλυσιδωτές επιδράσεις της πανδημίας.

Click And Donate –> ΓΙΑΤΡΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ